Σενάριο-Σκηνοθεσία: Νίκος Νικολαΐδης
[παρουσίαση: Παναγιώτης Χαλούλος]
Στο «Cine Βακούρα» της Θεσσαλονίκης την Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026 ολοκληρώθηκε ένα αφιέρωμα με προβολές sold out των ταινιών του Νίκου Νικολαΐδη «Γλυκιά Συμμορία», «Ο Χαμένος τα Παίρνει Όλα» και «Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα», «Πρωινή περίπολος». Είναι σημαντικό ότι μετά από τέσσερις σχεδόν δεκαετίες οι ταινίες προβλήθηκαν (σε συνεργασία με το CineDogs) από κόπιες φιλμ 35mm με μια ανακατασκευασμένη μηχανή προβολής Ernemann του 1953, σε κινηματογραφική αίθουσα για το σημερινό κοινό και την παρακολούθησε κυρίως νεανικό κοινό.
Ο Νίκος Νικολαΐδης (1939-2007) με την ταινία «Πρωινή περίπολος» (1987) παρουσιάζει πρωτοτυπία για τον ελληνικό κινηματογράφο, σκηνοθετώντας ένα φιλοσοφημένο έργο, πρωτοποριακό. Μάλιστα, όπως μαθαίνουμε, το κοινό τη βρήκε ενδιαφέρουσα, με πολύ καλή εικόνα (Ντίνος Κατσουρίδης) και μουσική (Γιώργος Χατζηνάσιος) και έκριναν ότι μοιάζει σημερινή και όχι τόσο παλιά, πολύ μπροστά για την εποχή της.
Το σενάριο επιστημονικής φαντασίας μάς τοποθετεί σε ένα κατεστραμμένο κόσμο, όλα έχουν χαθεί, μια πόλη με συντρίμμια, κτήρια ερείπια, οχήματα εγκαταλειμμένα, σπασμένα, κολόνες ηλεκτροφωτισμού σπασμένες να έχουν καταπλακώσει αυτοκίνητα, ανθρώπινα πτώματα σε διάφορα σημεία, ένα εφιαλτικό αστικό τοπίο. Μια γυναίκα (Michele Valley) που εισήλθε χωρίς η ίδια να ξέρει πώς βρέθηκε εκεί, δεν θυμάται το όνομά της, τι συνέβη και γιατί έχει τραύματα στα χέρια της, περιπλανάται στη σκοτεινή πολιτεία, όπου ακούγονται μηνύματα-οδηγίες απευθυνόμενα σε ανύπαρκτους κατοίκους από αόρατα για το θεατή ηχεία, οι τηλεοπτικοί δέκτες προβάλλουν ταινίες αμερικάνικες που κανείς δεν βλέπει πλέον, σε μια κινηματογραφική αίθουσα ακούγεται να παίζει μια ταινία χωρίς θεατές! Κίνδυνοι ύπουλοι εμφανίζονται από άτομα που καραδοκούν και εμφανίζονται αιφνιδιάζοντας την ανύποπτη ξένη. Την συλλαμβάνουν και τη βλέπουμε να καλύπτεται από την ταινία σελιλόιντ που ξετυλίγεται από τη μηχανή προβολής, σαν συμβολισμός που ίσως σημαίνει πως οι ήρωες της προβαλλόμενης ταινίας την συνέλαβαν, ξεφεύγοντας από την οθόνη, οι κίνδυνοι προέρχονται από τα έργα που εμείς δημιουργήσαμε, κατασκευάσαμε. Από τα έργα του ανθρώπου κινδυνεύει η ανθρωπότητα!... Τα τηλέφωνα λειτουργούν, αλλά δοκιμάζοντας τηλεφωνική κλήση κάθε φορά απαντά στην κλήση ήρωας ασπρόμαυρης ταινίας στην οθόνη της τηλεόρασης, αναγκαστική επικοινωνία με την αρχή ελέγχου της πόλης! Η ζωή είναι παγιδευμένη, όλα είναι παγίδες! Νερά από σπασμένους σωλήνες και αγωγούς ύδρευσης τρέχουν, κυλούν μέσα σε δωμάτια οικιών επιπλωμένων και σε εγκαταλειμμένα καταστραμμένα βιομηχανικά κτήρια. Θυμίζει όλο αυτό το σκηνικό σκηνές από ταινίες του Ταρκόφσκι.
Η Michele Valley, που από το 1985 ζει μόνιμα στην Ελλάδα, δήλωσε «Το θέμα της μνήμης υπάρχει από την “Πρωινή Περίπολο” και κάνει ένα τόξο, μια γέφυρα πάνω στα σαράντα χρόνια της ταινίας αυτής που συμπληρώνονται σε λίγο. Στην «Πρωινή Περίπολο» από την αρχή η ηρωίδα δεν θυμάται τίποτα, δεν ξέρει τι έχει γίνει, δεν ξέρει από πού έρχεται, δεν ξέρει πού βρίσκεται, δεν ξέρει ποια είναι και εγώ η ίδια δεν ξέρω κατά πόσο αυτό μ’ έχει επηρεάσει στη ζωή μου… Θα έλεγα ότι μάλλον εγώ, απλώς, αυτή είμαι. Ως ξένη σ’ αυτή τη χώρα, εδώ, ως ξένη στο επάγγελμα κατά κάποιο τρόπο λόγω της γλώσσας, η μνήμη διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή μου. Και ίσως αυτό είναι ταυτισμένο μ’ εμένα, με την προσωπική μου ιστορία, το βρίσκω συνέχεια μπροστά μου, ξανά και ξανά…» (Με αφορμή τη συμμετοχή της στην ταινία «Λούλα LeBlanc» του Στέργιου Πάσχου, συνέντευξη στο Flix).
Η ταινία διαπραγματεύεται το δυσοίωνο μέλλον του πλανήτη και της ανθρωπότητας εξαιτίας της αλαζονείας του ίδιου του ανθρώπου, που με τις αλόγιστες ενέργειές του θα καταστρέψει τον ζωτικό του χώρο. «Όταν όλα θα καταστραφούν πάνω σ’ αυτή τη γη και θα καλυφθούνε από το ψύχος και τις πολιτικές καταιγίδες, τότε όλες οι τηλεοράσεις θα παίζουν τις ταινίες του Μπόγκαρτ και του Τζέημς Ντην και η μόνη μουσική που θα ακούγεται απ’ άκρη σ’ αυτό τον πλανήτη θα’ ναι η μπάντα του Γκλεν Μίλλερ να παίζει το “In the Mood” και σίγουρα κανείς από σας δεν θα’ χει επιζήσει για να με διαψεύσει», είχε δηλώσει σε συνέντευξή του ο Νίκος Νικολαΐδης (εφημ. Ελευθεροτυπία, φ. 14 Ιουλίου 1985).
Στην ταινία κατά τις περιπλανήσεις στην έρημη πόλη ακούγονται αποσπάσματα από έργα των Δάφνη Ντι Μωριέ (Dame Daphne du Maurier, Αγγλίδα δραματουργός και συγγραφέας), Φίλιπ Κ. Ντικ (Philip Kindred Dick, Αμερικανός συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας), Ρέιμοντ Τσάντλερ (Raymond Thornton Chandler, Αμερικανός συγγραφέας, περισσότερο γνωστός για τα αστυνομικά του διηγήματα και μυθιστορήματα) και Χέρμαν Ράουτσερ (Herman Raucher, Αμερικανός συγγραφέας και σεναριογράφος). Δημιουργείται ποιητική ατμόσφαιρα με την απαγγελία των κειμένων ως αφήγηση από την περιπλανώμενη ηρωίδα και από τον ένοπλο φύλακα μέλος (Τάκης Σπυριδάκης) που την εντοπίζει να περιφέρεται στην πόλη, κάτι που απαγορεύεται από την πρωινή περίπολο που έχει την ευθύνη αστυνόμευσης.
Ο μοναχικός φύλακας είναι πολύ άρρωστος, ίσως η αιτία της αρρώστιας του είναι ίδια με την αιτία των τραυμάτων της γυναίκας, μάλλον έχει σχέση με το μαζικό θάνατο των κατοίκων, λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή με φάρμακα που φαίνεται να χορηγεί το νέο καθεστώς που ελέγχει την περιοχή. Υποχρέωσή του είναι να σκοτώσει τη γυναίκα εισβολέα στην απαγορευμένη περιοχή, κάτι που δεν θα πραγματοποιήσει με κίνδυνο να ανακαλυφθεί από τους συναδέλφους του της περιπόλου και να του κοστίσει τη ζωή του. Θα αποφασίσει να βοηθήσει την ξένη να φύγει από την επικίνδυνη περιοχή, να φθάσει στη «θάλασσα», που ίσως είναι η λύτρωση, ίσως όμως ένα άπιαστο όνειρο, ίσως ένας άλλος θάνατος!...
Μεταξύ των δύο μοναχικών ατόμων δημιουργείται ένας δεσμός αλληλεγγύης, μέσα από μια δύσκολη διαδρομή και αντιμετωπίζοντας κινδύνους σε νυχτερινό περιβάλλον δια μέσου ενός δυσκολοδιάβατου ποταμού θα προσπαθήσουν μαζί να δραπετεύσουν.
«Τα μάτια του με κοίταζαν, αλλά δεν μ’ έβλεπαν… Ζωντανό ή νεκρό εγώ θα σε βγάλω από την πόλη…»
Θα τα καταφέρουν; Και οι δύο, ο ένας ή κανένας τους;…
«Λένε πως μετά το ποτάμι, κάτω στην κοιλάδα του θανάτου, στο χάσιμο του φεγγαριού εφτά άγγελοι προσεύχονται γι’ αυτούς που φεύγουν από την πόλη κι όταν η μάχη τελειώσει και πέσει ο καπνός, σε περνάνε στη θάλασσα, ζωντανό ή νεκρό, δεν έχει καμιά σημασία. Μη νομίζεις πως τα παράτησα!... Ξέρω πως αυτή είναι η τελευταία μου ευκαιρία. Κι αν είναι να με πάρουνε πίσω, δεν θα με πάρουνε ζωντανό!»...
Η ταινία απέσπασε Βραβείο καλύτερης σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 1987, επίσημη συμμετοχή στο φεστιβάλ Fantasporto (Πορτογαλία) 1989 και υποψήφια για το Διεθνές Βραβείο Ταινίας Φαντασίας, ενώ είναι η πρώτη ελληνική ταινία που επιλέχθηκε στο Φεστιβάλ Φανταστικού Κινηματογράφου Avoriaz (Γαλλία) τον Ιανουάριο του 1987, όπου ήταν υποψήφια για το μεγάλο βραβείο.
