[παρουσίαση: Παναγιώτης Χαλούλος]
«Τα βήματά μου μ’ έφεραν αυτό το κρύο, παγωμένο πρωινό του Δεκεμβρίου στα γνώριμα λημέρια της προηγούμενης ζωής μου. Στο χωριό μου, το Μπεμπέκι. Στρίβω στο σοκάκι των παιδικών μου χρόνων. Διασταυρώνομαι με ανθρώπους που δεν αναγνωρίζω, και με άλλους που κάτι μου θυμίζει το πρόσωπό τους, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ τι. Κάποιοι με προσπερνούν αδιάφορα και κάποιοι γυρίζουν πίσω το κεφάλι να με ξαναδούν…»
Ένα απόσπασμα από το βιβλίο, που αναφέρεται στην Αιμιλία Αμπατζόγλου, ένα από τα πρόσωπα των οποίων τις ιστορίες ζωής παρακολουθούμε, ενώ θα μπορούσε κάλλιστα να αναφέρεται στην ίδια τη συγγραφέα, αφού η Μαίρη Μαγουλά έχει γεννηθεί και έζησε λίγα από τα παιδικά της χρόνια στην Κωνσταντινούπολη. Το μυθιστόρημα αναφέρεται στα «Σεπτεμβριανά» (1955), 70 χρόνια μετά. Τα Σεπτεμβριανά ήταν μια προσχεδιασμένη καταστροφή, μια δεύτερη «άλωση», που οδήγησε στις απελάσεις του 1964.
«…Τις πιο πολλές ώρες μένουμε κλειδαμπαρωμένοι σπίτια μας. Δεν ξέρω τι κάνετε εσείς εκεί κάτω στο Πέραν αλλά εδώ φοβόμαστε ν’ ανοίξουμε τα μαγαζιά μας. Άσε που ούτε που πατάει κανείς. Οι Τουρκαλάδες τώρα πια κάνουν μεταξύ τους αλισβερίσια. Να δεις με τι μίσος μάς κοιτάνε. Οργιάζουν και οι φήμες πως σιγά σιγά δεν θα μείνει ούτε ένας Έλληνας στην Πόλη! Θα διώξουν και το Πατριαρχείο, λένε. Όσο για τις περιουσίες μας, πολύ φοβάμαι πως θα τα κατασχέσουν όλα…»
Δεν τους έδιωξαν όλους, βέβαια, αλλά πόσοι κατάφεραν να μείνουν τελικά; Ο ελληνικός πληθυσμός στην Κωνσταντινούπολη είναι πολύ μικρός, εκτιμάται σήμερα σε περίπου 2.000 άτομα. Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο αριθμός αυτός ήταν πολύ μεγαλύτερος, φτάνοντας τις 130.000-140.000.
Και η Μαίρη Μαγουλά, μικρό παιδί τότε, αναγκάστηκε με την οικογένειά της να έρθουν στην Ελλάδα. Μέσα από τα βιβλία της μιλά για τις μνήμες της παιδικής της ηλικίας στην Πόλη, που πάντα αναπολεί!
Με την ονομασία «Σεπτεμβριανά» έμεινε στην ιστορία το οργανωμένο πογκρόμ της νύχτας της 6ης Σεπτεμβρίου 1955, που συνέβη στη Κωνσταντινούπολη, μια άλλη «νύχτα των κρυστάλλων» (Kristallnacht: 9 Νοεμβρίου 1938 - πογκρόμ κατά του εβραϊκού πληθυσμού στη Γερμανία), όταν καθοδηγούμενος τουρκικός όχλος προκάλεσε βίαια επεισόδια κατά των περιουσιών των Ελλήνων (Ρωμιών) και των Αρμένιων, Τούρκων υπηκόων, και άλλων μη μουσουλμανικών μειονοτήτων, λεηλατώντας και καταστρέφοντας καταστήματα, σπίτια, σχολεία, βεβηλώνοντας εκκλησίες και νεκροταφεία. Η τρομοκρατία και η ανασφάλεια για τις χριστιανικές μειονότητες ήταν μεγάλη. Αφορμή έδωσε μια βομβιστική επίθεση στο πατρικό σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ στην Θεσσαλονίκη, που, όπως αποδείχτηκε αργότερα, ήταν σκηνοθετημένη προβοκάτσια από την ίδια την τουρκική κυβέρνηση. Οι χριστιανικές εθνότητες συμβίωναν αρμονικά με τους Τούρκους γείτονές τους μέχρι τότε, ανεξαρτήτως των σκοπιμοτήτων των τουρκικών εθνικιστικών ομάδων. Άλλωστε η αλληλεπίδραση των δύο πολιτισμών, του ελληνικού και του ανατολίτικου είναι αναμφισβήτητη και φαίνεται στο τραγούδι, στο φαγητό (γνωστή η ιδιαίτερη «πολίτικη κουζίνα» με επιρροές από την τούρκικη), αλλά και στις γλωσσικές προσμίξεις που επηρέασαν την εξέλιξη της γλώσσας μας. Η κατανόηση του φαινομένου του πολιτιστικού συμφυρμού είναι σημαντική για την προώθηση της αλληλεπίδρασης και της συνεργασίας μεταξύ των πολιτισμών. Ο τούρκικος εθνικισμός όμως, υποκινούμενος από την κυβέρνηση Μεντερές, αντέδρασε αρνητικά ως προς το φαινόμενο αυτό επιδιώκοντας την εθνοκάθαρση, στις δεκαετίες 1950-1960, για δεύτερη φορά μετά την επιχειρηθείσα εθνοκάθαρση της εποχής του Κεμάλ Ατατούρκ και του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1922 και την αποκατάσταση των σχέσεων των δύο κρατών, Ελλάδας και Τουρκίας, το 1930 επί πρωθυπουργίας Ελευθερίου Βενιζέλου και Ισμέτ Ινονού στις δύο χώρες αντιστοίχως.
Χαρακτηριστικό το απόσπασμα από το μυθιστόρημα της Μαίρης Μαγουλά:
« “Ορχάν με λένε” συστήνεται σε άψογα ελληνικά… “Έχω Ρωμιά μάνα, γι’ αυτό μιλώ τη γλώσσα σας. Αγαπώ και τα ελληνικά τραγούδια. Να, αυτό είναι το αγαπημένο της” και πιάνει το τραγούδι: “Το γιλεκάκι που φορείς/εγώ σ’ το ’χω ραμμένο/με πίκρες και με βάσανα/σ’ το ’χω φοδραρισμένο. Αυτά μ’ έκαψαν, αμπίμ, (αδελφέ μου). Έχω εδώ πιο κάτω καφενείο. Τι έχω, είχα θέλω να πω… Το πιο όμορφο. Κάθε μέρα άνοιγα τον φωνογράφο, ξέρεις αυτό το εργαλείο με το χωνί, κι έπαιζα δικά σας τραγούδια… Απ’ το απόγευμα και μέχρι το βράδυ στον δικό μου καφενέ μαζεύονταν όλοι οι Ρωμιοί μετά τη δουλειά τους… κι έκαναν χάζι με τα τραγούδια. Οι δικοί μου νευρίαζαν κι έψαχναν αφορμή για καβγά. Και τη βρήκαν στις 6 του Σεπτέμβρη. Τι τους έλεγα γιάπμα (μη). Τούρκος είμαι. Μπεν Ανατολού τσοτζουγούγιουμ (Εγώ είμαι παιδί της Ανατολής). Τίποτα αυτοί. Έσπασαν και ρήμαξαν το μαγαζί μου. Γιατί τόσο μίσος; Εγώ πιστεύω πως όλους μάς χωράει αυτή η Πόλη…”»
Άλλοι, χάνοντας τη μοιραία εκείνη βραδιά των καταστροφών την περιουσία τους, έχασαν το ηθικό τους, μαράζωσε η ζωή τους. Άλλοι αντίθετα κατάφεραν να μη λυγίσουν και να αναδημιουργήσουν τη ζωή τους στην Πόλη, αφού «…είχαν βρει το κουράγιο και τη δύναμη να κάνουν τραγούδι τον πόνο τους».
«Περνώντας με δυσκολία ανάμεσα από πεταμένες ραπτομηχανές, σπασμένα τζάμια, σκισμένα υφάσματα πασπαλισμένα με αλεύρια και ζάχαρες, κουμπιά και μπομπίνες ποτισμένα με κρασιά και κοστούμια βρεγμένα από λάδια και ξίδια, σταμάτησαν μπροστά από μια παρέα πέντε αντρών, που κάθονταν έξω από τα μαγαζιά τους, πάνω σε καφάσια, έπιναν μπίρες και τραγουδούσαν: “Ξημερώνει και βραδιάζει/πάντα στον ίδιο τον σκοπό/φέρτε μου να πιω/το ακριβότερο πιοτό/εγώ πληρώνω/τα μάτια π’ αγαπώ”. Ο ένας ήταν ο Ευάγγελος, ο ιδιοκτήτης του ραφτάδικου.
Ένας Τούρκος, που πλησίασε εκείνη τη στιγμή την παρέα, με θράσος και επιμονή ζητούσε να πάρει το σακάκι και το πουκάμισο που είχε παραγγείλει πριν μέρες… “Όλα εδώ πεταμένα στον δρόμο είναι. Ψάξτε και, όταν τα βρείτε, να τα πάρετε, μπέη εφέντη. Παράδες δεν θέλω, δώρο σάς τα κάνω” ακούστηκε η φωνή του λεβεντόκορμου παλικαριού που στεκόταν όρθιο μπροστά στα συντρίμμια με μάτια βουρκωμένα και πόδια έτοιμα να λυγίσουν απ’ τη στενοχώρια.
Ο Θέμης ο μπακάλης βγήκε μπροστά και αφού τον χτύπησε ενθαρρυντικά στην πλάτη φώναξε με όση δύναμη του είχε απομείνει στην παρέα: “Μην σταματάτε μπρε! Έμεινε άλλο ένα καφάσι μπίρες, άντε να τις πιούμε. Δεν θα το βάλουμε κάτω ρεεε…». Όσοι Τούρκοι τύχαινε να περνούν από εκεί κοίταζαν με απορία αλλά και θαυμασμό αυτούς τους άντρες, που μέσα στην τόση καταστροφή είχαν βρει το κουράγιο και τη δύναμη να κάνουν τραγούδι τον πόνο τους.»
Αποτυπώνει εδώ η συγγραφέας με το επεισόδιο αυτό, με ευρηματικό ομολογουμένως τρόπο, το πείσμα και τη δύναμη του ελληνικού λαού να ξαναρχίζει και να αναγεννάται, όπως το μυθικό πουλί φοίνικας που έγινε το πρώτο σύμβολο του νεοελληνικού κράτους αναγεννάται από τις στάχτες του.
«Όταν συνειδητοποίησα ότι δεν μπορώ να αλλάξω το σύστημα, άρχισα να αγωνίζομαι να μη με αλλάξει αυτό. Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος και αυτό είναι η κορυφαία πολιτική πράξη: Να μπορείς να αποφύγεις τη βαρβαρότητα της εποχής. Να μπορείς να παραμείνεις άνθρωπος με τρυφερότητα. Με το δικό σου βλέμμα...» έγραψε ο Χρόνης Μίσσιος. Έτσι θα σκέφτηκαν όσοι παρέμειναν εκεί μετά και τις απελάσεις, αναγνωρίζοντας εξάλλου ότι δεν είναι βάρβαροι στη συμπεριφορά τους όλοι του κυρίαρχου λαού στην Πόλη και γενικώς στη γείτονα χώρα και επιμένοντας στη φιλία των δύο λαών, πέρα από όσα μας χώρισαν στο πέρασμα της ιστορίας ή προσπαθούσαν πολλοί να μας χωρίζουν (ακόμα κάποιοι το προσπαθούν).
«…Έξω από το Salon Babek, το μαγαζί του Ευάγγελου, είδε τους Τούρκους ταξιτζήδες, κάτω από τη διακριτική ματιά της Νεφέλης, της γυναίκας του Ευάγγελου, που κρατούσε απ’ το χέρι τη μικρή κόρη της, να ξεπουλούν τις μηχανές, τις βιτρίνες, τις κούκλες και τα υφάσματα του ραφτάδικου. Πλησίασε δισταχτικά να μάθει τι είχε συμβεί. Η κοπέλα την τράβηξε παράμερα και με τα μάτια βουρκωμένα – προσέχοντας μην αντιληφθεί τη θλίψη της η μικρή της κόρη – της εξήγησε πως τον άντρα της, που είχε ελληνική υπηκοότητα, τον φυγάδευσαν φίλοι του άρον άρον με την Ολυμπιακή στην Ελλάδα… Εκείνη είχε τουρκική υπηκοότητα, δεν την έδιωχναν αλλά δεν θα έμενε βέβαια μόνη με τα παιδιά στην Πόλη. Οι ταξιτζήδες που χρόνια ο Ευάγγελος μπάλωνε τζάμπα τα τρύπια παντελόνια τους, θέλοντας να ξεπληρώσουν την υποχρέωση, ξεπουλούσαν για λογαριασμό της τον εξοπλισμό του μαγαζιού ώστε η άμαθη γυναίκα να μην πέσει θύμα απάτης.
»“Υπάρχουν και καλοί, κυρία Αλιμπράντη. Δεν είναι όλοι ίδιοι” είπε, κουνώντας συγκινημένη το κεφάλι…»
Η ηρωίδα του μυθιστορήματος Βιολέττα, που βιάστηκε από τον Τούρκο γείτονά της τη νύχτα εκείνη της επιδρομής, μαζεύει τα συντρίμμια του κορμιού και της ψυχής της και δοκιμάζει να συνεχίσει τη ζωή της, αλλά με ένα αγόρι που θα φέρει στον κόσμο, κρύβοντας από τον ερωτευμένο μαζί της άντρα που θα παντρευτεί πως δεν είναι δικός του γιος, αλλά του Τούρκου, που μέσα στην αναταραχή της βίαιης εκείνης νύχτας εξέφρασε τα ανθελληνικά αισθήματά του και τα απωθημένα του για την όμορφη γειτόνισσά του με την αποτρόπαια πράξη του!... Η Βιολέττα, που άλλον ερωτεύτηκε και ήθελε να ενώσει μαζί του τη ζωή της, τον αγάπησε τον Αναστάση που παντρεύτηκε, μετά το βιασμό της, ο οποίος, χωρίς εκείνη να το γνωρίζει, κρυφά, με φόβο και αγανάκτηση παρατηρώντας είχε γίνει μάρτυρας του δικού της μαρτυρίου, αλλά δεν τόλμησε να επέμβει και να τη σώσει ούτε ποτέ να της εκμυστηρευτεί την ατολμία του. Ο καθένας κρύβει κάτι προσωπικό από τον άλλο και το κακό περιμένει να …ξαναχτυπήσει, ενώ η σχέση των δυο τους θα δοκιμαστεί!
Ιστορίες ανθρώπων καθημερινών ή ξεχωριστών μέσα στην κοινωνία της Πόλης διαβάζουμε στο μυθιστόρημα «οι Σειρήνες του Βοσπόρου» της Μαίρης Μαγουλά, παρακολουθώντας καθεμιά με παράλληλα επεισόδια κατανεμημένα σε ανάλογα κεφάλαια, που συνήθως τιτλοφορούνται με το όνομα εκάστου. Ιστορίες, όπως της Αιμιλίας, που παντρεμένη και με παιδιά, καταπιέζεται από τον έρωτα για ένα ιερωμένο, φίλο οικογενειακό. Όπως του Γάλλου συγγραφέα Ντιντιέ Μορέλ, που έχει φύγει από τη χώρα του μετά από βαρύ επεισόδιο που τάραξε τη ζωή του και ένα ατύχημα που τον καθήλωσε για χρόνια σε αναπηρικό καρότσι. Όπως του Στέφανου Βλαστού, επιχειρηματία κοσμηματοπώλη, που υιοθέτησε και αγάπησε ένα έφηβο αγόρι (Ελπιδοφόρο το ονομάζει η συγγραφέας, για να εκφράσει τους ευσεβείς πόθους του Βλαστού, την ελπίδα του να αλλάξει τη ζωή του) προσπαθώντας να ξεφύγει από τη μοναξιά του και τις τύψεις για ένα δικό του παλιό αμάρτημα, ένα έγκλημα, που κρύβει από όλους, αφού ο δικός του άνθρωπος-θύμα του θεωρήθηκε μυστηριωδώς εξαφανισμένος. Η συγγραφέας με μοναδική ψυχογραφική δύναμη περιγράφει την προσωπικότητα καθενός με τα πάθη, τους πόθους και τις ελπίδες, τους φόβους, την αγωνία και την απελπισία μπροστά στο αδιέξοδο που τους οδηγούσε η ανθελληνική πολιτική του τούρκικου κράτους της εποχής.
«Στον σταθμό του Σίρκετζι εκείνη την ημέρα του Ιουνίου επικρατούσε χάος. Σειρά τα μπαούλα περίμεναν τον τελωνειακό έλεγχο. Μάνες με χαμηλωμένο βλέμμα κρατούσαν σφιχτά τα χέρια των παιδιών τους, μαλώνοντάς τα κάθε που σήκωναν το κεφάλι. “Κάτω κοιτάτε, είπαμε”. Στους τοίχους γραμμένα ανθελληνικά συνθήματα – “Βαταντάς Τούρτσε κονούς” (Συμπολίτη, μίλα τουρκικά) και “Γκιαουρλάν καχρολσούν” (Ανάθεμα στους άπιστους) – βάραιναν ακόμα περισσότερο την εχθρική ατμόσφαιρα που επικρατούσε.»
Σε 487 σελίδες του βιβλίου, που δεν πρόκειται να κουράσει τον αναγνώστη, εκτίθενται οι ενδιαφέρουσες ιστορίες των ηρώων και παράλληλα η ιστορία της αγαπημένης πόλης, της Κωνσταντινούπολης, της Πόλης, όπως μάθαμε να την αποκαλούμε, της κορωνίδας των πόλεων, όπως θεωρήθηκε στο πέρασμα των αιώνων από όσους τη γνώρισαν και τη θαύμασαν, τη ζήλεψαν, προσπάθησαν να την κατακτήσουν ή την κατάκτησαν. Η Μαίρη Μαγουλά γνωρίζει αυτή την πόλη και μιλά γι’ αυτή και την παλιά ζωή σε αυτή και τη γνωρίζει όχι όπως ο κάθε επισκέπτης που κάνει τουρισμό εκεί. Την περιγράφει ως την αρχική κοιτίδα της, πατρίδα της, και, πιστεύουμε, θα αισθάνεται, όταν βρίσκεται πάλι στις γειτονιές, στη γειτονιά των παιδικών της χρόνων, όπως η Αιμιλία Αμπατζόγλου του μυθιστορήματος, που ξαναγυρίζει να δει το παλιό της σπίτι:
«Περίεργη που είναι η ζωή. Για μια στιγμή έξω απ’ αυτό το σπίτι, το σπίτι μας, νιώθω πως έφτασα σ’ ένα ασφαλές λιμάνι! Σηκώνω ψηλά το κεφάλι. Αν και πρωί, τα φώτα είναι αναμμένα. Αναζητώ με το βλέμμα κάτι γνώριμο, κάτι οικείο. Ψάχνω τους τοίχους με τα βιβλία. Όλοι οι τοίχοι στα δωμάτια είχαν ξύλινες βιβλιοθήκες, γεμάτες βιβλία του πατέρα. Καρφώνω με αγωνία τη ματιά μου συνεχίζοντας να ψάχνω. Μάταια. Δεν διακρίνω ούτε ίχνος από βιβλίο και βιβλιοθήκες. Αντίθετα, τώρα βλέπω ένα χαλί απ’ αυτά που συνηθίζουν να κρεμούν οι Τούρκοι στον τοίχο για διακόσμηση. Και η κουρτίνα! Πού είναι η λευκή, κεντημένη κουρτίνα της μητέρας, που αφού την έπλενε με λουλάκι, την έβαζε στην κόλλα κι ύστερα τη σιδέρωνε επί ώρες σχολαστικά πριν την κρεμάσει; Ένα χρωματιστό πράμα βλέπω να κρέμεται στη θέση της…»
Η Μαίρη Μαγουλά γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και μεγάλωσε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από το τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων του Οικονομικού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εργάστηκε στο Δημόσιο και τα τελευταία χρόνια ζει στο Πόρτο Ράφτη. Αγαπά το διάβασμα, τον κλασικό αθλητισμό, τη φωτογραφία και τα ταξίδια. Βιβλία της που κυκλοφορούν: «Κύματα του Βοσπόρου», Μεταίχμιο 2015, «Το πιο μακρύ ταξίδι», Μεταίχμιο 2017, «Ως το τέλος του κόσμου», Μεταίχμιο 2020, «Όταν πάγωσε ο Βόσπορος», Μεταίχμιο 2022. Το τελευταίο βιβλίο της «Οι Σειρήνες του Βοσπόρου» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Χάρτινη πόλη, 2025.
Γράφει η συγγραφέας σε μικρό σημείωμά της στο τέλος του βιβλίου:
«Αν και ήμουν πολύ μικρή στις απελάσεις του ’64 και αγέννητη στα γεγονότα του ’55, φαίνεται πως δεν κατόρθωσα να ξεφύγω από τις ρίζες μου. Κάποια κομμάτια μου είχαν μείνει πίσω, στα σοκάκια του Μπεμπεκιού, του χωριού μου, στα βαποράκια του Βοσπόρου, στους γλάρους που πετούσαν κρώζοντας, στις μυρωδιές απ’ τους ολάνθιστους μπαξέδες…
»…Κάποιοι από τους ήρωές μου είναι πρόσωπα αληθινά· κάποιοι άλλοι προϊόν φαντασίας που συμπορεύτηκαν με τους πρώτους για να εξυπηρετήσουν τον σκοπό αυτού του βιβλίου…
»…Σκοπός μου δεν είναι η παρόξυνση των πληγών αλλά η υπόμνηση των θλιβερών γεγονότων που έλαβαν χώρα στην Κωνσταντινούπολη την περίοδο εκείνη, γεγονότων που συνέβαλαν στον αφανισμό του ελληνισμού σημαδεύοντας ανεπανόρθωτα τις ψυχές των ανθρώπων, και κυρίως η μετάδοση της γνώσης στους νεότερους. Άλλωστε η γνώση του παρελθόντος αποτελεί ασφαλή πυξίδα για την ειρήνη στο μέλλον…»
Πληροφορίες και ιστορικά στοιχεία αντλημένα από έρευνα και βιβλιογραφία, αλλά και προφορικές ιστορίες και αφηγήσεις από εκείνους που έζησαν τα δραματικά γεγονότα, όπως ο πατέρας της Μαίρης Μαγουλά, καθιστούν το βιβλίο πολύτιμο ως λογοτέχνημα αρχικά, και όχι βεβαίως ιστορικό κείμενο, αλλά και ως ένα βιβλίο που συντελεί στη διατήρηση της συλλογικής μνήμης του λαού μας.
Και εδώ ας επισημάνουμε το επιτυχημένο εξώφυλλο, αν και εξωλογοτεχνικό στοιχείο αυτό, όπου σαν σε παλιό σεντούκι φυλάσσεται η μνήμη της Πόλης, εκείνης που με τις «Σειρήνες του Βοσπόρου» της μας καλεί να γνωρίσουμε τις ομορφιές της, όσους ακόμα δεν την έχουμε από κοντά γνωρίσει, να μάθουμε την ιστορία της, αν δεν την ξέρουμε, όπως αυτές οι «Σειρήνες» καλούν πάντα να επιστρέφουν εκεί, έστω μέσω της αναπόλησης, όσους έχουν μνήμες και βιώματα όπως η Μαίρη Μαγουλά ή έστω περιηγήθηκαν σε αυτή σε κάποιο ταξίδι τους, σίγουρα σαγηνευτικό!
