Υπάρχουν έργα που επιχειρούν να αναμετρηθούν με την αρχαιότητα αναπαράγοντας την εικόνα της. Και υπάρχουν έργα που επιλέγουν έναν διαφορετικό δρόμο: παίρνουν έναν αρχαίο μύθο και τον μεταφέρουν στο σήμερα, αναζητώντας μέσα του εκείνα τα στοιχεία που εξακολουθούν να μιλούν στον σύγχρονο άνθρωπο.
Σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία ανήκει ο «Ηρακλής Μαινόμενος» του Δημήτρη Μαραμή, μια ροκ όπερα που παρουσιάστηκε στις 21 Σεπτεμβρίου στο Ανοικτό Θέατρο Μοσχοποδίου Θηβών.
Η επιλογή της Θήβας ως τόπου παρουσίασης έχει ιδιαίτερη σημασία. Δεν πρόκειται απλώς για έναν ακόμη χώρο φιλοξενίας μιας μουσικοθεατρικής παραγωγής. Η παράσταση επιστρέφει τον Ηρακλή στον τόπο με τον οποίο είναι άρρηκτα συνδεδεμένος ο μύθος του. Έτσι, η σχέση έργου και τόπου λειτουργεί σχεδόν σαν ένα επιπλέον δραματουργικό επίπεδο.
Ο Δημήτρης Μαραμής αναλαμβάνει τόσο τη μουσική όσο και το λιμπρέτο, έχοντας ως αφετηρία τον «Ηρακλή Μαινόμενο» του Ευριπίδη και την αντίστοιχη τραγωδία του Σενέκα. Παράλληλα, αξιοποιεί υλικό και αναφορές από την αρχαία ελληνική γραμματεία, δημιουργώντας μια σύνθεση που δεν επιδιώκει να μιμηθεί την αρχαία τραγωδία, αλλά να συνομιλήσει μαζί της.
Αυτό είναι ίσως και το πιο ενδιαφέρον χαρακτηριστικό της παράστασης. Ο μύθος δεν παρουσιάζεται ως ένα μακρινό, μουσειακό αντικείμενο. Ο Ηρακλής βρίσκεται αντιμέτωπος με ζητήματα που παραμένουν διαχρονικά: την εξουσία, την απώλεια, την οικογένεια, την ενοχή, την οργή και κυρίως την εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στον άνθρωπο και στις δυνάμεις που αδυνατεί να ελέγξει.
Ο ήρωας επιστρέφει στη Θήβα έχοντας ολοκληρώσει τους άθλους του. Είναι ο άνθρωπος που έχει κατορθώσει το αδύνατο και έχει γίνει σύμβολο σωματικής δύναμης και αντοχής. Όμως η πραγματική δοκιμασία αρχίζει όταν επιστρέφει στο σπίτι του. Η πόλη βρίσκεται υπό την εξουσία του Λύκου και η οικογένειά του απειλείται. Εκεί ακριβώς ο μύθος αλλάζει κατεύθυνση: η δύναμη που απαιτείται πλέον δεν είναι σωματική.
Η τραγωδία μεταφέρεται από το πεδίο των άθλων στο εσωτερικό του ανθρώπου.
Και αυτή την εσωτερική σύγκρουση η μουσική του Μαραμή την υπηρετεί με ιδιαίτερη ένταση. Οι ροκ επιρροές συνυπάρχουν με λυρικά και δραματικά στοιχεία, δημιουργώντας ένα μουσικό ιδίωμα που άλλοτε κινείται με ορμή και άλλοτε χαμηλώνει, αφήνοντας χώρο στην αγωνία και στην εσωτερικότητα των χαρακτήρων. Η μουσική δεν περιορίζεται στον ρόλο της συνοδείας. Καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τον ρυθμό και τη συναισθηματική θερμοκρασία της αφήγησης.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η παρουσία των χορωδιών. Η Χορωδία της ΕΡΤ και η Δημοτική Χορωδία του Δήμου Θηβαίων προσθέτουν όγκο και επιβλητικότητα στο συνολικό άκουσμα. Οι συλλογικές φωνές λειτουργούν ως αντίβαρο στις ατομικές φωνές των ηρώων και δημιουργούν την αίσθηση μιας ευρύτερης κοινότητας που παρακολουθεί, σχολιάζει και συμμετέχει στην τραγωδία.
Στο κέντρο όλων βρίσκεται ο Γιώργος Παπαδημητρίου στον ρόλο του Ηρακλή. Η ερμηνεία του στηρίζεται περισσότερο στη δραματική ένταση και στην παρουσία παρά στην εξωτερική εικόνα του μυθικού υπερήρωα. Ο Ηρακλής του Παπαδημητρίου έχει δύναμη, αλλά έχει και ρωγμές. Και αυτές οι ρωγμές είναι που κάνουν τον χαρακτήρα ενδιαφέροντα.
Η Μέλα Γεροφώτη ως Μεγάρα κινείται σε ένα διαφορετικό συναισθηματικό πεδίο. Η παρουσία της αναδεικνύει την πλευρά της τραγωδίας που αφορά την οικογένεια και την απειλή της απώλειας. Η ερμηνεία της δίνει στον χαρακτήρα ευαισθησία και ανθρώπινο βάθος.
Ο Νίκος Κύρτσος, στον ρόλο του Αμφιτρύωνα, λειτουργεί ως σημαντικός δραματουργικός άξονας της παράστασης, ενώ η Μελίνα Μαβίδου ως Ήρα προσθέτει μια διαφορετική, σκοτεινότερη διάσταση στην ιστορία. Η παρουσία της μοιάζει να μεταφέρει τη δράση από το ανθρώπινο επίπεδο σε μια περιοχή όπου ο θεϊκός κόσμος και η μοίρα παρεμβαίνουν καθοριστικά στη ζωή των θνητών.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η δραματουργική επεξεργασία του Αμφιτρύωνα, καθώς ο χαρακτήρας συγκεντρώνει στοιχεία διαφορετικών προσώπων και εκδοχών του μύθου. Η επιλογή αυτή επιτρέπει στην παράσταση να δημιουργήσει έναν χαρακτήρα-σύνδεσμο, ο οποίος δεν λειτουργεί μόνο ως πρόσωπο της ιστορίας αλλά και ως φορέας της σχέσης του Ηρακλή με τον κόσμο γύρω του.
Σημαντικό ρόλο στην παρακολούθηση της παράστασης είχαν και οι υπέρτιτλοι, οι οποίοι επέτρεψαν στο κοινό να παρακολουθήσει το λιμπρέτο χωρίς να χάνεται η ατμόσφαιρα της μουσικής και της σκηνικής δράσης.
Ο ίδιος ο συνθέτης βρίσκεται επί σκηνής στα πλήκτρα, γεγονός που προσδίδει μια ιδιαίτερη αμεσότητα στην εκτέλεση. Η παρουσία του δεν είναι απλώς αυτή του δημιουργού που παρακολουθεί από απόσταση το έργο του. Συμμετέχει ενεργά στον μουσικό του μηχανισμό και βρίσκεται μέσα στον παλμό της παράστασης.
Το κατάμεστο θέατρο στο Μοσχοπόδι αποτέλεσε, τελικά, κάτι περισσότερο από έναν χώρο παρουσίασης. Η Θήβα και ο Ηρακλής συναντήθηκαν ξανά, αυτή τη φορά μέσα από ένα σύγχρονο μουσικό έργο. Και αυτή η συνάντηση έδωσε στην πρεμιέρα έναν συμβολισμό που δύσκολα θα μπορούσε να υπάρξει σε οποιοδήποτε άλλο μέρος.
Ο «Ηρακλής Μαινόμενος» δεν ενδιαφέρεται μόνο για το τι συνέβη στον μυθικό ήρωα. Ενδιαφέρεται περισσότερο για το τι σημαίνει να είσαι ήρωας και, κυρίως, για το τι συμβαίνει όταν ο άνθρωπος πίσω από τον ήρωα δεν μπορεί πλέον να προστατευτεί από το ίδιο του το μεγαλείο.
Αυτό είναι και το στοιχείο που παραμένει μετά το τέλος της παράστασης. Όχι τόσο η εικόνα του παντοδύναμου Ηρακλή, όσο η εικόνα ενός ανθρώπου που, αφού ξεπέρασε τα εξωτερικά εμπόδια, αναγκάζεται να αντιμετωπίσει τον ίδιο του τον εαυτό.
Η νέα αυτή μουσική ανάγνωση του μύθου αποδεικνύει ότι η αρχαία τραγωδία μπορεί να συνομιλήσει ουσιαστικά με σύγχρονες μορφές μουσικού θεάτρου. Και η παρουσίαση του έργου στη Θήβα προσέδωσε σε αυτή τη συνομιλία μια ξεχωριστή συμβολική αξία: ο Ηρακλής δεν παρουσιάστηκε απλώς σε έναν τόπο που γνωρίζει τον μύθο του. Βρέθηκε ξανά μέσα στον δικό του μυθολογικό τόπο, αυτή τη φορά μέσα από τη μουσική και τη ματιά ενός σύγχρονου δημιουργού.