Ο Ρόκο και τ’ αδέλφια του

Σκηνοθεσία: Luchino Visconti
             [Παρουσίαση: Παναγιώτης Χαλούλος]

 

Με αφορμή το θάνατο της σπουδαίας Ιταλίδας ηθοποιού Claudia Cardinale αναζητώντας ταινίες στις οποίες έχει λάβει μέρος είδα μετά από πολλά χρόνια και ξαναθυμήθηκα την ωραιότατη ασπρόμαυρη ιταλική ταινία “Rocco e i suoi fratelli” (ελληνικός τίτλος: «Ο Ρόκο και τ' αδέλφια του») του Λουκίνο Βισκόντι 1960

Η ταινία ανήκει στο κίνημα του νεορεαλισμού στον κινηματογράφο (αναφορά στις δύσκολες συνθήκες της καθημερινής ζωής, της φτώχειας, της καταπίεσης, της κοινωνικής αδικίας και της απελπισίας), αν και δεν είναι αμιγώς νεορεαλιστική, αφού δίνει έμφαση στο δράμα και τη σύγκρουση χαρακτήρων, το μελόδραμα και γι’ αυτό κάποιοι την χαρακτηρίζουν μετα-νεορεαλιστική ταινία.

Η υπόθεση διαδραματίζεται στη μεταπολεμική εποχή, στο Μιλάνο, όπου μεταναστεύει μια οικογένεια από την Μπαζιλικάτα (Basilicata), γνωστή και ως Λουκανία (Lucania), και προσπαθεί να ενσωματωθεί στην κοινωνία του Βορρά, κάτι που αποδεικνύεται δύσκολο, μια και είναι γνωστή η παραδοσιακή διάσταση σε πολιτισμένο Βορρά της Ιταλίας και σε ένα υποβαθμισμένο Νότο, όπου οι άνθρωποι, από τη Νάπολη και κάτω, χαρακτηρίζονται από μια «έμφυτη κατωτερότητα» και προβάλλονται ως ζητιάνοι, άξεστοι, πρωτόγονοι, βάρβαροι, γραφικοί!...

Ο Ρόκο ομολογεί: «Κάποιοι φίλοι μου στην πατρίδα, στην ηλικία μου, φτωχότεροι από ό,τι μπορείς να φανταστείς, πείστηκαν ότι μπορούν να δουλέψουν ένα κομμάτι γης, μα ήταν χέρσα γη και ήθελες μισή μέρα να πας εκεί με τα πόδια και έτσι μια μέρα αυτοί οι αγρότες ξεσηκώθηκαν, τους πέρασαν χειροπέδες και τους έκλεισαν στη φυλακή… Αυτά συμβαίνουν στην πατρίδα μου!.. Εγώ δεν μπορώ να βρω τον εαυτό μου στη μεγάλη πόλη. Όχι μόνο εγώ, μα και τα αδέλφια μου και οι φίλοι μου. Κάποιοι καταφέρνουν να συνηθίσουν γρήγορα…» Με δυο λόγια παρουσιάζεται η δύσκολη κατάσταση των κατοίκων του Νότου.

Η οικογένεια μεταναστών έχει κέντρο της τη Ροζάρια, τη μητέρα, που υποδύεται η μεγάλη Ελληνίδα ηθοποιός Κατίνα Παξινού, η οποία εντυπωσιάζει υψώνοντας το χαρακτήρα σε δραματικές εντάσεις που ταιριάζουν σε αρχαία ελληνική τραγωδία! Εμφανίζονται σε νεαρή βεβαίως ηλικία ο Αλαίν Ντελόν, αλλά και ο δικός μας Σπύρος Φωκάς, υποδυόμενοι δύο από τους γιους της. Η νεαρή Κλαούντια Καρντινάλε, με όλη τη δροσιά των νιάτων της και την εντυπωσιακή ομορφιά της, σε ένα ρόλο από τους πρώτους κινηματογραφικούς που ερμήνευσε, δεν έχει μεγάλη δράση ως χαρακτήρας της ταινίας. Είναι η μνηστή του ενός από τα αγόρια της οικογένειας. Η οικογένεια, μόλις αφιχθείσα στο Μιλάνο, εισβάλλει, κυριολεκτικά, στο σπίτι, όπου γίνεται ο αρραβώνας των δύο νέων (του Βιντσέντσο-Σπύρος Φωκάς και της Τζινέτα-Κλαούντια Καρντινάλε), απροσδόκητα και απροειδοποίητα και δέχεται ψυχρολουσία από την υποδοχή των Μιλανέζων συμπεθέρων. Έτσι καταλήγουν να διαμένουν σε ένα φτωχόσπιτο.

Η ταινία είναι σπονδυλωτή σε ενότητες, καθεμία έχει ως τίτλο το όνομα ενός από τα αδέλφια, πρόσωπα-ήρωες, χωρίς ωστόσο να χάνεται η συνοχή στην εξιστόρηση του δράματος, όλα ρέουν φυσιολογικά ως ενιαία ιστορία.

Ο Βιντσέντσο θέλει να παρατήσει την πυγμαχία. Ο Ρόκο (Αλαίν Ντελόν) όμως και ο αδελφός του Σιμόνε (Ρενάτο Σαλβατόρι) θέλουν να γίνουν πυγμάχοι και το καταφέρνει ο Σιμόνε, κάνοντας και άλλες πρόσκαιρες δουλειές, αλλά και μικροπαρανομίες. Ο Ρόκο θα αντικαταστήσει στη συνέχεια τον Σιμόνε στο άθλημα. Μεγάλο πρόβλημα παρουσιάζεται, όταν και οι δύο ερωτεύονται την ίδια γυναίκα, την πόρνη Νάντια (Ανί Ζιραρντό), η οποία δημιουργεί σχέση και με τους δύο. Η ζήλεια θα φέρει βία, εκδίκηση, ταπείνωση της γυναίκας, που χρησιμοποιείται ως αντικείμενο του αντρικού πόθου, χωρίς σημασία στα δικά της θέλω! Και ακόμα μίσος και αποξένωση, απόσταση των δύο αδελφών. Αλλά ο Ρόκο δεν είναι σκληρός σαν τον Σιμόνε, επιθυμεί να τον σώσει από τον κακό εαυτό του, θυσιάζοντας τις δικές του επιθυμίες. Η αγαθή πρόθεση του Ρόκο και ο αγώνας του θα απαλλάξει τον Σιμόνε από τον κατήφορο ή εκείνος θα βυθιστεί σε χειρότερα μονοπάτια αυτοκαταστροφής; Αν εξαφανίσει το αντικείμενο του πόθου του, θα γίνουν όλα καλά; Θα εξαφανιστεί το μίσος και θα επανέλθει η αδελφική αγάπη, η οικογένεια θα επανενωθεί;

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας είναι η απότομη μεταβολή της τύχης και αυτό θα συμβεί με την ανατροπή σε μια ευτυχισμένη στιγμή της οικογένειας, που θα γιορτάζει τον πρωταθλητή Ρόκο. Για τον ίδιο, για όλους στην οικογένεια, το δράμα κορυφώνεται και ήταν η γιορτή «Ολίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κι έρμο» (Διον. Σολωμός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Β΄σχεδ., απ. 41) πριν έλθει η μετάπτωση και «Σε βυθό πέφτει από βυθό ως που δεν ήταν άλλος» (ό.π., απ. 43) ο Ρόκο και όλη η οικογένεια. Η Κατίνα Παξινού ως μάνα Ροζάρια, σπαράζει φθάνοντας σε υψηλή δραματική ένταση.

Ο Τσίρο μιλώντας στον μικρό Λούκα για τα αδέλφια τους αναπολεί τον τόπο της πατρίδας τους, αναλογίζεται πως κι εκεί, όπου «ζούσαν σαν τα ζώα και σαν σκλάβοι», η ζωή θα έχει αλλάξει, «ακόμη κι εκεί καταλαβαίνουν πως τα πράγματα πρέπει ν’ αλλάξουν. Λίγοι όμως πιστεύουν πως θα αλλάξει η ζωή. Εγώ το πιστεύω».

Θίγονται λοιπόν τα κοινωνικά προβλήματα, σημειώνεται η δυσκολία της αλλαγής της κοινωνίας προς το καλύτερο, «…Π’ όλο την περιμένουμε κι όλο κινάει για νάρθει,
κι’ όλο συντρίμμι χάνεται στο γύρισμα των κύκλων…» (Κωστής Παλαμάς, Οι Πατέρες) και η μειοψηφία πάντα την επιδιώκει, δυστυχώς!

Άλλα ζητήματα που θίγει η ταινία είναι η αλλοτρίωση που επιφέρει στη ζωή των απλών αγροτών η ζωή στη μεγαλούπολη και η προσπάθεια ένταξής τους σε νέους ρυθμούς και νέα ήθη, η θέση της γυναίκας στον κόσμο του ισχυρού ανδρικού φύλου. Ακόμα ο αμοραλισμός που επικρατεί στον κόσμο του θεάματος, εδώ του αθλητικού «θεάματος» της πυγμαχίας, όπου το κέρδος των παραγόντων είναι σημαντικότερο από την ψυχολογία και το χαρακτήρα των αθλητών, οι αθλητές γίνονται απλά όργανα για εκείνους που χρηματοδοτούν τους αγώνες με στόχο τα περαιτέρω κέρδη.

Η ταινία βραβεύτηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας με Αργυρό Λέοντα και με το βραβείο γαλλικό FIPRESCI (Fédération Internationale de la Presse Cinématographique/Διεθνής Ομοσπονδία Κριτικής Ταινιών Κινηματογράφου).