Το γεύμα

της Ειρήνης Μπόμπολη, εκδόσεις Πνοή, Αθήνα 2022

  (παρουσίαση: Παναγιώτης Χαλούλος)

 

Την Ειρήνη γνώρισα κατ’ αρχάς ως φιλόλογο, όταν πριν από χρόνια πολλά πέρασε για λίγο από το σχολείο, στο οποίο υπηρετούσα. Αργότερα έμαθα πως γράφει ποίηση και μάλιστα πολύ καλή ποίηση! Κάποια στιγμή ήρθε και η ώρα της πεζογραφίας με το μυθιστόρημα «Το πεπρωμένο μύριζε ορχιδέα ή Πράγματα μικρά», το οποίο με κέρδισε με τη γραφή του.
Έχω την εντύπωση ότι και στα δύο είδη του λόγου η Ειρήνη δεν μπορεί να ξεφύγει από την πρώτη της φύση, που είναι, κατά την άποψή μου, η ποιητική! Διαβάζω στις πρώτες σελίδες του νέου βιβλίου της:
«…Αποζητούσα τον πόνο γιατί χωρίς αυτόν είχα ξενερώσει καιρό τώρα. Χρειαζόμουνα, όσο τίποτα άλλο, τη βαθιά μελαγχολία της γνήσιας δημιουργίας. Αυτή που σε κάνει να σπαρταράς σαν ψάρι στη στεριά, σαν πασχαλιά στο φλεβαριάτικο άνεμο, σαν μισοτελειωμένο ποίημα στην εγκατάλειψη της καθημερινότητας…»
Αυτή η γνήσια δημιουργία διαπιστώνεται στο γραπτό λόγο της Ειρήνης, που αποπνέει ποιητικά αρώματα σε στίχο είτε σε πεζό λόγο, που σε μαγεύει, όπως μας μαγεύουν τα ευγενικά και ευαίσθητα άνθη της ορχιδέας ή το μεθυστικό άρωμα από τα άνθη μιας πασχαλιάς!
Το ομολογεί και η ίδια η συγγραφέας στις σελίδες του παρόντος βιβλίου της: «…με ρώτησε αν ασχολούμαι και με την ποίηση και τότε κατάλαβα ότι θα ξεφύλλισε, αν όχι θα διάβασε κάποιες σελίδες από το μυθιστόρημά μου, που έβριθε ποιητικών σχημάτων, στοιχεία της πρωτογενούς συγγραφικής δοκιμής μου και του νεανικού ακόμα, για την εποχή που το έγραψα, ύφους μου.» Δική μου διαπίστωση είναι πως η Ειρήνη διατηρεί ακόμα το «νεανικό» ποιητικό ύφος της.

«Το γεύμα» αποτελεί μια εξομολογητική αφήγηση και αφορά σε μια συνάντηση μιας νέας γυναίκας με τον αινιγματικό πανεπιστημιακό καθηγητή της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, που μια έλξη την ωθεί προς αυτόν, ενώ ομολογεί πως «…Πολλές φορές …εκεί που διαβλέπεις απροσμέτρητο βάθος, υπάρχει πιθανότητα αβαθούς ξερότοπου, στην καλύτερη περίπτωση, και απογοήτευσης συνάμα, γιατί δεν πρέπει να ξεχνά κανείς και τους βαλτότοπους. Εγώ όμως ήμουνα σίγουρη για τον καθηγητή μου. Είχα ήδη μπολιαστεί με την αινιγματώδη ατμόσφαιρά του τόσο καλά, που ένιωθα ότι θα μπορούσα να απλώσω το χέρι μου έτσι απλά και εκείνος να γείρει φυσιολογικά πάνω του…» Και ομολογεί η ηρωίδα: «Πήγαινα γυρεύοντας. Αναζητούσα ως μεθυσμένη την ακροβασία…» Και αλλού: «…Δίωκα και επεδίωκα το άπιαστο όνειρό μου…»
Στον καθηγητή ήρωά της η συγγραφέας καταλογίζει κυνισμό και ειρωνεία στη συμπεριφορά του, παράλληλα με την εξυπνάδα, την ευφυία του. Σκοτεινό, απρόσιτο θεόκλειστο διανοούμενο, αλλά και ζεστό ή γλυκό και ευγενικό τον αναφέρει αλλού, μυστηριώδη άνδρα, ακόμα και πανούργο, με ένα μοναδικά σαρδόνιο χαμόγελο. Και αλλού τον σκέφτεται ως «ένα αδύναμο κυνηγημένο παιδί που φοβάται να δει τον εαυτό του με σιγουριά. Αποφεύγει με χίλιους τρόπους την προβολή του εαυτού του μέσα από τους άλλους». Αυτά είναι που δυσκολεύουν την προσέγγισή του. «Κάτι μεταξύ έρωτα και θανάτου, εντελώς μαύρο» αναζητά σε δίσκο μουσικής η ηρωίδα ως δώρο για τον αγαπημένο της καθηγητή. Κάπως έτσι θα εξελιχθεί στη συνέχεια το κυνήγι του ερωτικού θηράματος από την «αδίστακτη “διώκουσα”» προς τον «σκοτεινό “διωκόμενό”» της, μεταξύ έρωτα και θανάτου, γιατί, όπως εκείνη ομολογεί, «Αναζητούσα σαν μεθυσμένη την ακροβασία. Αποζητούσα τη γεύση της κόλασης».

Τα πρόσωπα-ήρωες των δύο πεζογραφημάτων της Ειρήνης Μπόμπολη συναντώνται με αναφορές εδώ, στο «Γεύμα», που θυμίζουν το πρώτο πεζογράφημά της «Το πεπρωμένο μύριζε ορχιδέα ή Πράγματα μικρά», όταν, όπως γράφει, η φίλη «…Ακριβή μού θύμιζε την ηρωίδα του πρώτου μυθιστορήματός μου. Φορούσε συχνά ένα όμορφο λευκό φόρεμα σαν αυτά που συνήθιζε η Αρετή και είχε στο μυαλό της, όπως κι εκείνη, να φύγει μακριά από τη συνήθεια. Επιτέλους, οι ήρωές μου είχαν υπόσταση και έξω από μένα. Μπορούσα να τους κοιτάξω στα μάτια και να συνομιλήσω μαζί τους…» Η Ακριβή τής μιλά για τον Μηνά, ήρωα του πρώτου μυθιστορήματος… Θα αναφέρει και αλλού τον γιατρό Μηνά και τη δολοφονία του από τον νεαρό Αλέξανδρο, όπως συνέβη στο πρώτο μυθιστόρημα. Αλλά και ο Αλέξανδρος θα βρίσκεται στο διπλανό τραπέζι, θα συνομιλήσει, αδιόρατα, μαζί της για την επιδιωκόμενη σχέση συγκρίνοντάς τη με εκείνη με το Μηνά και τη συμβουλεύει: «…Φοβάμαι τον πόνο που δεν γνωρίζεις... Είσαι παράτολμη. Στο ξαναλέω οι έρωτες κρατούν όσο μας εμπνέουν…» Αυτό φαίνεται να πιστεύει και ο φιλόσοφος Σωκράτης στο διάλογό του με τον Αγάθωνα στο «Συμπόσιο» του Πλάτωνα: «…"Κοίταξε τώρα", είπε ο Σωκράτης, "μήπως αυτό είναι λογικώς aναγκαίο, και όχι απλώς πιθανό, ο έχων δηλαδή την επιθυμία να επιθυμεί ό,τι στερείται, ειδάλλως, να μην επιθυμεί, αν τύχει και δεν το στερείται. Εγώ πάντως, Αγάθων, παραδέχομαι ότι αυτό είναι απολύτως αναγκαίο, συ;" "Και εγώ", είπε, "το πιστεύω"».
Ένα, σημαντικό για την ηρωίδα γεύμα, δείπνο για την ακρίβεια, σε ένα παραλιακό εστιατόριο, γίνεται το κεντρικό σκηνικό γύρω από το οποίο αναπτύσσονται οι σκέψεις, εκφράζονται οι κρυφές επιθυμίες της για το αγαπημένο πρόσωπο, του οποίου τις προθέσεις δεν είναι σίγουρη πως έχει κατανοήσει. Και, ενώ από μια στιγμιαία λάθος κίνησή της έχασε την ευκαιρία να τον πλησιάσει σωματικά, να σταθεί κοντά του, σχεδόν να αγγίζει το σώμα του, για να παρατηρήσουν στον έναστρο ουρανό τον αστερισμό του Σείριου, προσπαθεί να τον «γευτεί» και να τον πλησιάσει μέσα από ένα βιβλίο του, που του ζήτησε να της δανείσει, μέσα από σημειώσεις του πάνω στο πλατωνικό κείμενο, που είναι, όπως φαίνεται, το «Συμπόσιο», τι άλλο, ένας διάλογος για τη φύση του έρωτα!

Μιλάει η ηρωίδα: «…Ανακάλυπτα όλο και περισσότερο την οπτική γωνία του πάνω στο πλατωνικό ζήτημα και άρα έμπαινα στα άδυτα των ενδιαφερόντων του χωρίς να το υποψιαστεί. Και η ηδονή μου ήταν ιδιαίτερα μεγάλη στα σημεία εκείνα που είχε επισημάνει με θαυμαστικά. Σε πολλά από αυτά ο οργασμός των συμπτώσεών μας ήταν πασιφανής… Άθελά του τον πλησίασα εξαιρετικά πολύ και συνομίλησα μαζί του στη γλώσσα του βωβού έρωτα…»
Είναι, όμως, αρκετό αυτό; Συνειδητοποιεί πως όχι: «…Για να πω την αλήθεια, όσο φως έριξαν οι υπογραμμίσεις του στις πνευματικές του αναζητήσεις, τόσο σκοτάδι σκέπασε την καθημερινότητά του…», αλλά «Είμαι αθεράπευτα άρρωστη. Και μου αρέσει» ομολογεί! Και πιο κάτω: «…Κινούμαι ανάμεσα στη στυφή πραγματικότητα της ολοκληρωτικής άρνησης και στο κατασκευασμένο με όνειρα εγχείρημα της συγγραφής μου». Και ακόμα ομολογεί: «Καιρό τώρα μπέρδευα την πραγματικότητα με τη φαντασία, το όνειρο με την επιθυμία».
Συνειδητοποιεί πως βιώνει μια απογοήτευση σε σχέση με τις προσδοκίες της. Η απογοήτευση ίσως την κάνει να αντιληφθεί τις λάθος επιλογές της, μήπως επενδύει πολλά σε έναν άνθρωπο, που μόνο εφήμερες και επιφανειακές σχέσεις μαζί της επιθυμεί και πιθανό ποτέ εκείνος να μην επένδυσε στη σχέση που πιστεύει πως έχουν; Μήπως πρέπει να ξεπεράσει τη ρομαντική θεώρηση αυτής της σχέσης, μήπως περίμενε περισσότερα από κάποιον, που δεν είναι πρόθυμος να γίνει μέρος της ζωής της; Αλλά, παρ’ όλα αυτά επιμένει!
Παρακολουθούμε μέσα από τις σκέψεις της τις γυναικείες τεχνικές, ώστε να του προκαλέσει το ενδιαφέρον το ερωτικό. Το μωβ φόρεμα με το αποκαλυπτικό μπούστο, που ίσως τραβούσε το βλέμμα του σε ένα ιδιαίτερο κοίταγμα: «Τον συνέλαβα πολλές φορές να εκτοξεύει το βλέμμα του πολύ γρήγορα, πλάγια, σκοτεινά και ζεστά πάνω μου… Εφάρμοσα την επίθεση κατά πρόσωπο και ο γλυκός μου καθηγητής πανικοβλήθηκε… Ακόμα μια φορά σκέφτομαι πόσο καθυστερημένα, σε σχέση με τη γυναίκα, η ανδρική φύση εκρήγνυται σε αυτό που λέμε πάθος. Εδώ ακριβώς είναι που χρειάζεται η γυναικεία υπομονή όταν καίγεται πραγματικά για κάποιον…»
Παρακολουθούμε εξίσου τους προβληματισμούς της συγγραφέως όσον αφορά στις επιλογές της για το χτίσιμο των χαρακτήρων στο παρόν αλλά και στο προηγούμενο βιβλίο της, τις σκέψεις για την «ποιητική» μέθοδό της: «Πρέπει να βγω από την ιστορία, να πάρω τη δέουσα απόσταση από τα πρόσωπα που παρελαύνουν εκεί μέσα και να σκεφτώ νηφάλια για την πορεία και για τη μοίρα τους. Πρέπει να αποφασίσω τι ακριβώς θα κάνω τον ήρωά μου…»
Και, καθώς γίνεται αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, ως εσωτερικός μονόλογος, διανθισμένος με διαλόγους των προσώπων, συχνά διαπιστώνουμε να παρουσιάζεται το πρόσωπο-αντικείμενο του πόθου της ως απλό λογοτεχνικό δημιούργημά της συγγραφέως ηρωίδας, της συγγραφέως Ειρήνης, μια και το δρων πρόσωπο, έχει τα χαρακτηριστικά και την ιδιότητα της Ειρήνης, παρακολουθεί μαθήματα στη φιλοσοφική σχολή, διδάσκει και γράφει το δεύτερο μυθιστόρημά της!...
Τι θα αποφασίσει η Ειρήνη Μπόμπολη για την κατάληξη της επιθυμητής σχέσης της ηρωίδας της με τον χωρίς όνομα αγαπημένο καθηγητή;
Διαβάζουμε: «…Το αεροπλάνο με προορισμό την ανατολική μεγαλόνησο ανήγγειλε καθυστέρηση περίπου μία ώρα…
Η Ακριβή όρθια στάθηκε δίπλα του μάλλον αποφασισμένη για κάποιο μεγάλο ταξίδι στις χώρες του Βορρά… έβγαλε από την τσάντα της τα τσιγάρα και διακριτικά του ζήτησε φωτιά…
Ξαφνιάστηκε η Ακριβή όταν διαπίστωσε πως τα αποσπασματικά κείμενα, που είχε δίπλα στην εφημερίδα ο άγνωστος γι’ αυτή άνδρας, έμοιαζαν με τα ποιήματα που της απήγγειλα κάποιο βράδυ για να συνοδέψω τη θλίψη της…
Πρόλαβε η Ακριβή να διαβάσει κλεφτά, ανάβοντας το τσιγάρο.
Θέλεις δε θέλεις ανερώτητα εχρήσθην συνοδός σου
Στην τεντωμένη κλωστή της διαφοράς.
Παιχνίδι γίναμε στα χέρια του Ωρίωνα, το κατάλαβες;
Και καθώς τον ευχαριστούσε, το μάτι της ρούφηξε ακόμα μερικούς στίχους:
Ήταν ωραίο το ταξίδι του μυαλού
Ούτε που νοιάστηκα για της καρδιάς το ναυάγιο…»

Ήταν ωραίο το ταξίδι διαβάζοντας για «τον παρόντα έρωτα», όπως τον χαρακτηρίζει η Ειρήνη, και ας συνειδητοποιήσουμε ότι ο μεγάλος έρωτας είναι ο τρέχων!
Όπως γράφει, αναφερόμενη στον έρωτα, μια εξίσου σπουδαία ποιήτρια, η Βαρβάρα Χριστιά:
«…Α, μη με ρωτάτε αν έζησα κάποιον μεγάλο.
Έρωτας και μικρός, δεν γίνεται!»
Γράφει η Ειρήνη: «Ήθελα να αντικαταστήσω το “for ever” με το “for now”, ήθελα να γεμίσω τον παμπάλαιο, αγέρωχο κίονα με χοντρογραμμένα μαύρα συνθήματα που θα μιλούν για τον παρόντα έρωτα, αυτόν που παγιδεύουμε στην αέναη προσμονή επιβίωσης των συναισθημάτων μας…»
Ο ζωγραφικός πίνακας που κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου, με τον τίτλο «Ερωτικό ζευγάρι», με μια διάθεση διάχυτου ερωτισμού που αποπνέει, αποδίδει την εξιδανίκευση του έρωτα, όπως ακριβώς έβλεπα στη μεταφυσική τους διάσταση τον κόσμο και τον έρωτα στη νεανική μου ηλικία (1982) και φαίνεται να ταιριάζει πολύ με την επιθυμία της ηρωίδας για μια «…ευκαιρία να τον πλησιάσει σωματικά, να σταθεί κοντά του, σχεδόν να αγγίζει το σώμα του, για να παρατηρήσουν στον έναστρο ουρανό…»
Ευχαριστώ πολύ την Ειρήνη, που με τίμησε με την επιλογή του έργου μου να κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου της και χαίρομαι, που ταίριαξε τόσο πολύ με το θέμα αποτελώντας μια όμορφη ενότητα με το λογοτεχνικό της δημιούργημα!

Η Ειρήνη Μπόμπολη γεννήθηκε στο Κεντρικό Άρτας, στην περιοχή των Τζουμέρκων. Σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Φιλοσοφία (Ηθική) στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ζει στην Πάτρα και εργάζεται στη μέση εκπαίδευση. Αγαπάει το θέατρο και ασχολείται μ’ αυτό ερασιτεχνικά. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα σουηδικά.
Άλλα έργα της :
Το Πεπρωμένο μύριζε Ορχιδέα ή Πράγματα Μικρά, μυθιστόρημα, Εκδόσεις Επιφανίου, Λευκωσία, 2007
Το Τρίτο Ημισφαίριο, ποίηση, Εκδόσεις Πέτρα, Αθήνα, 2010
Ανιμολόγια, ποίηση, Εκδόσεις Πικραμένος, Πάτρα, 2014
Εκεί που ο Κύκλος, ποίηση, Εκδόσεις Το Δόντι, Πάτρα, 2016
Με την Αφή, Εκδόσεις Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη, 2020
Το μοίρασμα, Εκδόσεις Πνοή, Αθήνα, 2024