Αλισίβα και λουλάκι

Παρουσίαση: Παναγιώτης Χαλούλος

 

Διηγήματα Σοφία Αποστολοπούλου, 2026

“«Μαμά, θα μου πάρεις ένα παγωτό;»
«Παγωτό; Θα πονέσει ο λαιμός σου»...
...«Εντάξει. Τον Σεπτέμβρη, που θα πας σχολείο, θα είσαι καλή μαθήτρια κι άμα βγεις με δέκα, του χρόνου το καλοκαίρι θα στο πάρω!»...” (διήγημα “Παγωτό φιστίκι”)


Επιθυμίες παιδικές μιας άλλης εποχής, στερημένης για την Ελλάδα και μάλιστα στην επαρχία. Τότε που ένα παγωτό ξυλάκι ήταν μεγάλο δώρο ως επιβράβευση για ένα παιδί, που μπορούσε μάλιστα να το περιμένει και μια ολόκληρη σχολική χρονιά! Σε αντίθεση με τη σύγχρονη εποχή μας, που αφειδώς προσφέρονται παγωτά και κάθε είδους γλυκίσματα στα παιδιά ή μόνα τους τα αγοράζουν σε τόσα καταστήματα, στα οποία έχουν πρόσβαση! Κι ακόμα, τα παιδιά της σύγχρονης εποχής ζητούν, αν όχι απαιτούν, από τους γονείς τους ηλεκτρονικές συσκευές ως δώρα και εθίζονται σε ηλεκτρονικά παιγνίδια. Πάνε εκείνες οι εποχές που τα παιδιά ως μαθητές έπαιζαν στο προαύλιο του Δημοτικού σχολείου και χαίρονταν με ό,τι πρόσφερε η φύση, όπως πευκοβελόνες, με τις οποίες “...έφτιαχναν «σπιτάκια»...” παίζοντας “με πάθος «τους μηχανικούς»! Και πώς το έκαναν αυτό; “Συνήθως δούλευαν ομαδικά. Τα αγόρια έκαναν σωρούς από πευκοβελόνες, τα κορίτσια τις έπαιρναν χεράδες χεράδες και θεμελίωναν «το σπίτι». Το μεγάλο τετράγωνο, το οριοθετημένο στην περίμετρό του με τις κατάξερες πευκοβελόνες ήταν η σάλα, το στενόμακρο χώρισμα ο διάδρομος, δυο τρεις κάμαρες οπωσδήποτε... Με το που χτύπαγε το κουδούνι για μέσα, ανακηρύσσονταν βιαστικά οι νικητές. Το έπαθλο ένα απλό, ήσυχο, αξεσυνέριστο, αυθεντικό, ειλικρινές «α πολύ ωραίο!»” (διήγημα “Τα φουντούκια”)

Τα διηγήματα της Σοφίας Αποστολοπούλου στο νέο βιβλίο της «Αλισίβα και λουλάκι» μάς μιλάνε για την Ελλάδα των παιδικών χρόνων για μας τους μεγαλύτερους, που μεγαλώσαμε στις δεκαετίες του 1960 και 1970, όταν τα παιγνίδια ήσαν τόσο απλά και οι σχέσεις των παιδιών, αλλά και των μεγάλων συνήθως, όχι πάντα βεβαίως, χαρακτηρίζονταν από απλότητα και ειλικρίνεια. Οι άνθρωποι μέσα στη φτώχεια τους και στην ανέχεια αισθάνονταν πλήρεις με λίγα πράγματα που τους ικανοποιούσαν στην καθημερινότητά τους, μάθαιναν να είναι ολιγαρκείς, σε αντίθεση με τους ανθρώπους της κοινωνίας της αφθονίας, στην οποία σήμερα ζούμε, μιας αφθονίας που κάνει άπληστους όσους μπορούν να την απολαμβάνουν και δυστυχείς όσους δεν έχουν τις οικονομικές δυνατότητες να αποκτήσουν όσα μας προκαλούν καθημερινά μέσα από τις λαμπρές οθόνες που μας καταδυναστεύουν κυριαρχώντας αναπόφευκτα στη ζωή μας πλέον!

Εκείνα τα παιδιά, του χωριού, από την εφηβεία, καμιά φορά και από την παιδική ηλικία ακόμη, συνήθιζαν στις αγροτικές ασχολίες, για την επιβίωση της οικογένειας, όπως ο “Παναγιώτης, το ψιλόλιγνο δεκαοχτάχρονο παλικαράκι...”, που χαράματα άρχιζε το όργωμα στο χωράφι που άφησε ο πατέρας, ο οποίος πέθανε νωρίς, χωράφι δίπλα σε γκρεμό “βραχώδη, απότομο και φοβιστικό”. Κάποια από εκείνα τα παιδιά κατάφεραν να πάρουν την απόφαση σπουδάζοντας να αλλάξουν τη δύσκολη ζωή τους, που τους βάραινε σαν τη λάσπη του χωραφιού: “Έσκυψε, έξυσε το υνί από τα χώματα, καθάρισε και τις αρβύλες του, που ζύγιζαν δυο οκάδες η μία...” Βάραινε την ψυχή του η δυσκολία της απόφασης να μιλήσει στη μάνα του για το όνειρό του να σπουδάσει. “Κι αν έφευγε, τι θ’ απογίνονταν οι σταφίδες, τι οι ελιές, ποιος θα όργωνε, ποιος θα κλάδευε, ποιος θα...” (διήγημα “Η απόφαση”)

Με το διήγημα “Η απόφαση” πρώτο στη σειρά των κειμένων αρχίζει το βιβλίο της η Σοφία Αποστολοπούλου. Απόφαση τελεσίδικη πήρε, μετά από δύσκολη αμφιταλάντευση, ο Στρατής, να μην πουλήσει το μοναδικό κλήρο που του άφησε ο πατέρας στο χωριό: “«Να το λογιάζεις σαν το αποκούμπι της καρδιάς σου», του είπε... «...μιαν ακρούλα της γης για να ανήκεις, μια αγκαλιά ζυμωμένη με το μόχθο των προγόνων σου, απάγκιο για τη δύσκολη ώρα»” (διήγημα “Το πέρα λιοστάσι”)

Μνήμες από τα παλιά, λοιπόν, μας θυμίζει η Σοφία Αποστολοπούλου, όπως τις σκληρές πλάκες σαπουνιού, που κατασκεύαζαν στο σπίτι με λάδι και ποτάσα (ως προς το λάδι αξιοποιούσαν και τη μούργα, τα υπολείμματα των δοχείων του λαδιού, να μην πάνε χαμένα...), το μπάνιο με το λούσιμο μέσα στη σκάφη μια φορά τη βδομάδα, Σάββατο βράδυ με “το τραχύ τρίψιμο της σαπουνόπλακας”, αλλά και την αίσθηση της μοσχοβολιστής απαλότητας που δοκιμάσαμε ως παιδιά με τα λεγόμενα «μοσχοσάπουνα». “...Έφερε και δυο, ναι δύο κιόλας, μοσχοσάπουνα! «Λουξ»!... Κοτζάμ υπάλληλοι θα έρχονταν σπίτι...” (διήγημα “Σαπούνι με άρωμα τριαντάφυλλο”). Με τέτοιες λεπτομέρειες, η συγγραφέας αναδεικνύει την ποιητική της καθημερινότητας, μετατρέποντας τις απλές συνήθειες σε σύμβολα μιας ολόκληρης εποχής. Μιας εποχής που τα τραύματα επουλώνονταν με “σουφλαμιδόσκονη και κόκκινο βάμμα μετά” (διήγημα “Τα συχαρίκια”).

Μνημείο σαν λαογραφικό μουσείο τα διηγήματα της Σοφίας Αποστολοπούλου, με το λόγο να μας περιγράφει αντικείμενα και μορφές ζωής που χάθηκαν στο πέρασμα του χρόνου και οι νεότεροι δεν αναγνωρίζουν εύκολα και μόνο αν μπουν στο χώρο ενός Λαογραφικού Μουσείου μπορεί να μάθουν την ύπαρξή τους και την ιστορία τους. Το λεβέτι (καζάνι, αρχ. ο λέβης), το τσίγκινο νιπτηράκι με τη βρυσούλα, που το κρεμούσαν έξω από το σπίτι, για νίψιμο και πλύσιμο χεριών, αλλά και πιατικών, αφού δεν υπήρχε τρεχούμενο νερό σε πολλά σπίτια. Η “ζωηρόχρωμη πάντα που στόλιζε τον τοίχο” δίπλα στα κρεβάτια, η πάντα: συνήθως υφαντό με παραστάσεις (σπανιότερα υφασμάτινη επιφάνεια με σταμπαριστές ζωγραφιές). Το βαρέλι με νερό “του «μέρους» (ένα δωματιάκι ένα επί ένα με μια κουρελού για πόρτα, που είχε μόνο μια λεκάνη τουαλέτας κι ένα κομμένο βαρέλι δίπλα για το νερό)...”. Ο αργαλειός βεβαίως για τα κάθε είδους υφαντά και τις πολύχρωμες κουρελούδες. Τα “τουτουμάκια”, λέξη παλιά για τα ζυμαρικά που σήμερα όλοι ως χυλοπίτες αναγνωρίζουν, που παρασκεύαζαν οι νοικοκυρές και τα άπλωναν στα κρεβάτια μέχρι να στεγνώσουν και να τα φυλάξουν σε υφασμάτινα σακούλια.

Διαμαρτύρεται ο άνθρωπος του χωριού για τις “χωριάτικες” λέξεις, που πρέπει να προσέχει πώς μιλάει στην Αθήνα, στων παιδιών του το σπίτι: “...ο γερο-Στάμος ...στην Αθήνα έχασε τις λέξεις του και κινδύνεψε να μην του μείνει «τίποτα»! Ω! οι δικές του λέξεις, οι λέξεις των γονιών του, του χωριού του, της ζήσης του, οι λέξεις που περπάτησαν μαζί του από παιδί, που τις ένιωθε ζωντανές, παλλόμενες μέσα στις γερασμένες φλέβες τους,... Αθέλητά του τις απαρνιότανε τις λέξεις του στην Αθήνα... Πρόσεχε ο γέρος, όλο πρόσεχε. Έτσι δεν έλεγε πια «αυγαταίνω, ...απίστομα, γιόμα, ζουπάω, ...νογάει, ...πεδουκλώνεται, ρουπώνει, σαρίδια, σκουτιά, ...τήρα, πιλάλα, ...κιότεψα»...” (διήγημα “Χαμομήλι στο ηρώο”) με ορατό κίνδυνο να αλλοτριωθεί αν παρέμενε για πάντα στην πρωτεύουσα! Γι’ αυτό αποφάσισε να επιστρέψει οριστικά στον καθαρό αέρα του χωριού του, όπου ελεύθερα μπορεί να εκφράζεται, όπως μια ολόκληρη ζωή είχε συνηθίσει.

Και όλα να περιγράφονται με λογοτεχνική μαεστρία και μια φυσικότητα και φρεσκάδα λόγου. Στους διαλόγους να διασώζεται η λαϊκή λαλιά των ανθρώπων του χωριού: “«Τήρα πέρα γυναίκες, τήρα πέρα!» συνέχισε με περισσό αποτροπιασμό. «Μπίτι ξετσιπωμένες! Ευτούνες δεν είναι γυναίκες!» γνωμάτευσε θυμωμένα...” Να περιγράφεται η συντηρητική ηθική της κλειστής κοινωνίας του χωριού ή η υποκριτική “ηθική” στάση των ανθρώπων!... “«Ευτούνες δεν είναι γυναίκες», μονολογεί σχεδόν, σιάχνοντας τα μουστάκια του, ενώ τα μάτια του κρυφοκαρφώνονται στα γόνατα των δυο νέων γυναικών, που φιλοξενούνταν από της Παναγίας στο χωριό...” (διήγημα “Βεγγέρα στον πλάτανο”).

Βλέπουμε την απόκτηση αγροτικού αυτοκινήτου, κατά τη δεκαετία του ’70, ως εργασιακού εργαλείου, αλλά και για “την αύξηση του κοινωνικού γοήτρου” βεβαίως, κι ας μην το παραδέχονταν κάποιοι, ενώ η πρώτη κίνηση ήταν “να πάει με αυτό ως την πλατεία. Να τον δουν και να το δουν όλοι. Να πιστοποιηθεί η κοινωνική του ανέλιξη!...” και να τον κατατάξουν πλέον “στην κατηγορία των «νοικοκυραίων»”. Και τα περήφανα άλογά τους, αν και με πόνο ψυχής αποχωρίζονταν τόσων χρόνων συνεργασία και συντροφιά, τα παρέδιδαν σε ξένα χέρια, σηματοδοτώντας το τέλος μιας εποχής που πέρασε κι έφυγε ανεπιστρεπτί!... (διήγημα “Καλλιστεία μυρωδιάς”)

Οι ιστορίες που δημιουργεί στα μικρής έκτασης διηγήματά της η Σοφία Αποστολοπούλου αναφέρονται στην ιδιαίτερη πατρίδα της, τα Αρφαρά - “φτωχότοπος τα Αρφαρά...” - παλαιότερη ονομασία του χωριού Αμπελόκηποι στην ορεινή περιοχή της Ανατολικής Αιγιαλείας. Ωστόσο η ζωή εκεί και οι συνήθειες των κατοίκων χαρακτηρίζουν τον κόσμο της ελληνικής υπαίθρου γενικότερα στις δεκαετίες του 1960 και 1970, όταν στα νοικοκυριά η μπουγάδα βασιζόταν στην αλισίβα και το λουλάκι, που λίγοι σήμερα γνωρίζουν τι σημαίνουν! Μοσχοβολά αλισίβα και λουλάκι η λογοτεχνική γραφή της Σοφίας, μια ευωδιά που απλώνεται μέχρι τις σελίδες των βιβλίων της, μεταφέροντας τον αναγνώστη σε έναν κόσμο αυθεντικό και νοσταλγικό. Και από τη ζωή στο χωριό μάς μεταφέρει στις νέες εμπειρίες στην πόλη, είτε για τη φοιτητική ζωή ή εργασία, στην Αθήνα με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά της, είτε για καλύτερες μέρες με δουλειά στην εργατούπολη, τότε παλιά, την Πάτρα. Γνωριμία με τη διαφορετική ψυχολογία των ανθρώπων που ζήλεψαν τη ζωή στην πόλη, τόλμησαν να εγκαταλείψουν τη ζωή στην ύπαιθρο, την ανέμελη για κάποιους ή τη μίζερη για άλλους. Η αστυφιλία λόγω φτώχειας έλαβε τεράστιες διαστάσεις κυρίως κατά τις δεκαετίες του 1950 και 1960. Όμως θα περιγράψει η συγγραφέας και τη διαμαρτυρία των ντόπιων, των γεροντότερων, για την ερήμωση της υπαίθρου και την αδιαφορία γι’ αυτή, γνωρίζοντας μάλιστα τον υπαίτιο: “...Είχε παράπονο από την πολιτεία ο μπαρμπα-Στάμος, δεν της συγχωρούσε ότι άφησε την αγροτιά απροστάτευτη να σβήνει και τους χωριανούς να στοιβάζονται στις λαϊκές συνοικίες της Αθήνας.” (διήγημα “Χαμομήλι στο ηρώο”)

Μας είχε εκπλήξει όμορφα η Σοφία με το προηγούμενο βιβλίο της «Δεύτερη ανάγνωση», εκδόσεις Γκοβόστη 2023, μια εξαιρετική ποιητική συλλογή, μια δοκιμή να δούμε με άλλο μάτι την ομηρική «Οδύσσεια», αλλά και πάλι με αναφορές στα παιδικά μας χρόνια, μια δεύτερη ματιά στη ζωή, τη γεμάτη ματαιώσεις και απογοητεύσεις, για την αλλαγή στάσης απέναντι στη ζωή μας, απέναντι στην αδιαφορία για τον άλλο, τον συνάνθρωπο, κάνοντας χρήση προσώπων της ελληνικής μυθολογίας και ιστορίας, με το δικό της τρόπο, βεβαίως, τα οποία συνομιλούν, για να εκφράσει η Σοφία τις δικές της σκέψεις και απόψεις για τη ζωή και τις αξίες της.

Ο στόχος της είναι ίδιος στο παρόν βιβλίο με τα διηγήματα, να αφυπνίσει τον αναγνώστη απέναντι στην κοινωνική αδιαφορία και να προσφέρει μια νέα οπτική στις ανθρώπινες σχέσεις. Εστιάζοντας στις λεπτές αποχρώσεις των ανθρώπινων σχέσεων μας καλεί να πλησιάσουμε το συνάνθρωπο με ενσυναίσθηση, την οποία η ίδια φαίνεται ότι διαθέτει σε μεγάλο βαθμό, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης από τον ευαίσθητο τρόπο γραφής της!

********************
Η Σοφία Αποστολοπούλου είναι φιλόλογος καθηγήτρια. Γεννήθηκε στους Αμπελόκηπους της Αιγιαλείας, ζει και εργάζεται στην Πάτρα.