Ένας μπάτλερ κι ένας ντετέκτιβ

του Θεόδωρου Παπαθεοδώρου, 2025
            Παρουσίαση: Παναγιώτης Χαλούλος

 

«Σήμερα τσακώθηκα με τον μπάτλερ μου. Τι τσακώθηκα δηλαδή; Του τα έψαλα κανονικά! Του έδειξα το μενού της δεξίωσης προς τιμήν της ενθρόνισης του νέου μητροπολίτη Θεσσαλονίκης. Στην αρχή απλώς του το έδειξα. Μετά του έκανα την εξής ερώτηση. “Είναι δυνατόν να υπάρχουν μέσα σε αυτό το μενού θαλασσινό μαρούλι, νεαρά λάχανα και σφουγγάρι από μελάνι σουπιάς κι εσύ να μας έχεις τόσα χρόνια με μαρούλια στεριανά και λάχανα μεσήλικα; Χωρίς ούτε καν να έχουμε δοκιμάσει ένα σφουγγάρι σουπιάς, ένα έστω σφουγγαράκι σκοτς μπράιτ που να τρώγεται; Έναν Μπομπ σφουγγαράκη που να μασιέται βρε αδερφέ; Λίγη φαντασία θέλω επιτέλους! Λίγο ψάξιμο ζήτησα, δεν ζήτησα τον ουρανό με τ’ άστρα!».
Τι νομίζετε ότι μου απάντησε ο αναιδέστατος;…
Ρε, του λέω, τι είναι αυτά που μου αραδιάζεις; Επιτρέπεται μωρέ να μας παίρνουν τη δόξα οι παπάδες; Έστω κι αν είναι ιεράρχες;… Ντροπή! Παραδέξου ότι βρέθηκες να είσαι κατώτερος των περιστάσεων!...”


Διαβάζοντας το νέο βιβλίο του Θεόδωρου Παπαθεοδώρου χαίρεται κανείς το τολμηρό χιούμορ του, που, όπως στο παραπάνω απόσπασμα, κάποιες φορές σατιρίζει επιτυχημένα κοινωνικές καταστάσεις της εποχής μας. Είμαι βέβαιος ότι ο καθένας μας, με αφορμή το μενού της δεξίωσης για την ενθρόνιση του νέου μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, που μέσω διαδικτύου έγινε γνωστό σε όλους μας, αστειευόμενος κάπως έτσι θα σχολίασε τις εξεζητημένες επιλογές των σεφ μαγειρικής. Ο Θ. Παπαθεοδώρου μάς προσφέρει τέτοια σχόλια σε ένα ευθυμογράφημα («Το μενού») με ιδιαίτερη καυστικότητα, με τα λόγια τού ενός από τους ήρωες που επινόησε, ενός πάμπλουτου Βρετανού αριστοκράτη με ελληνική καταγωγή, που έχει με τον μπάτλερ του Τζέραλντ μια σχέση εξάρτησης, αλλά και αντιπάθειας προς το πρόσωπό του και κατά διαστήματα μια διάθεση να απαλλαγεί από την παρουσία του. Έτσι λοιπόν αποφαίνεται:


“Έδωσα λοιπόν τελευταία προθεσμία μέχρι αύριο το βράδυ να μου έχουν βρει, λάχανα στην εφηβεία, θαλασσινό καρότο, ημιορεινό κουνουπίδι και ποταμίσια μπρόκολα και να τα βάλουν στο μενού. Θα καλέσω μάλιστα και τον αρχιεπίσκοπο Αθηνών, να φάμε μαζί μπροστά στις κάμερες. Όχι, που θα μου τη βγει εμένα ο επίσκοπος Θεσσαλονίκης με τα θαλασσινά μαρούλια!
Και αν ο μπάτλερ μου δεν βρει αυτά που του ζήτησα, θα τον απολύσω δίχως τύψεις. Και θα τον στείλω να μαζεύει σφουγγάρια στην Κάλυμνο μπας και βρει από πού βγαίνει το σφουγγάρι σουπιάς. Μα τα χίλια καλοψημένα καλαμάρια με σάλτσα σαμπάνιας!”
Ο εργοδότης του μπάτλερ είναι ένας ξεπεσμένος «δήθεν αριστοκράτης», όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας, και μέσω των δικών του λόγων παρουσιάζεται στους αναγνώστες η φιγούρα του Τζέραλντ, με όνομα επιλεγμένο, ώστε μαζί με την ιδιότητά του ως μπάτλερ να δημιουργεί συνειρμούς αταίριαστους:
“Μπορεί ο Τζέραλντ, ο μπάτλερ μου, να μη μοιάζει με τον Τζέραλντ Μπάτλερ τον ηθοποιό, αλλά η έπαυλή μου μοιάζει σίγουρα με ένα παλατάκι. Αυτό με χαροποιεί. Με κάνει να αισθάνομαι βασιλιάς. Ένας βασιλιάς που ίσως δεν έχει τον μπάτλερ που θα του άξιζε, αλλά δεν παύει να έχει έναν κλασικό, τυπικό μπάτλερ αλά παλαιά. Παραδοσιακό στυλ ας πούμε. Κι ας πρόκειται περί ηλιθίου!” («Η φωτιά»)
Αλλά και ο μπάτλερ δεν έχει καλύτερη ιδέα για τον κύριό του, τον ειρωνεύεται απροκάλυπτα μάλιστα:
“«Παραιτούμαι κύριε!... Και θα σας πω κάτι που ήθελα να σας πω πολύ καιρό τώρα. Είστε ένας ψευτοαριστοκράτης, ένας άξεστος αρχοντοχωριάτης. Να, ούτε τη ρετσίνα δεν μπορέσατε να αναγνωρίσετε σήμερα…»
«…Να πάτε και να πάρετε ρετσίνα Μαλαματίνα που αντί για φελλό έχει καπάκι κανονικό στο μπουκάλι, τσιγκάκι, να δω πώς θα το ανοίξετε που έχετε συνηθίσει μόνο με τιρμπουσόν!»” («Ο Τζέραλντ αυθαδιάζει…»)
Κι όμως, ο κύριός του είχε παραδεχτεί: “Όχι, ο Τζέραλντ ήταν πάντα ικανός και χρήσιμος, θα πρέπει να του το πιστώσω. Μπορεί να ξέφευγε ώρες ώρες από άποψης συμπεριφοράς, αλλά ήταν καλός…” («Πρόποση…»)
Πόσους τα τελευταία χρόνια είδαμε να είναι υποψήφιοι ευρωβουλευτές, χωρίς προσόντα στηριζόμενα σε γνώσεις επί των πολιτικών ή οικονομικών ζητημάτων, ελπίζοντας στην εκλογή τους μόνο λόγω της αναγνωρισιμότητάς τους ως πρόσωπα του θεάματος και κάποιοι πέτυχαν την εκλογή τους, και τι κατάφεραν με αυτό; Μήπως πέτυχαν κάτι για το κοινό καλό ή απλώς τη ματαιοδοξία τους ικανοποίησαν;… Ε, λοιπόν, αυτός ο μπάτλερ χρησιμοποιείται κατάλληλα για να διακωμωδήσει αυτό το κοινωνικό φαινόμενο:
“…Ο Τζέραλντ ευρωβουλευτής! Ω Θεέ μου, τι άλλο έμελλε να ακούσω ο δόλιος ζάπλουτος αριστοκράτης!
«Τι διάολο θες να γίνεις ευρωβουλευτής; Δεν σου αρκεί που είσαι μπάτλερ σε μια σπουδαία έπαυλη;» Τον ρώτησα εκνευρισμένος. Μα ο Τζέραλντ είχε καβαλήσει το καλάμι…” («Στις Βρυξέλλες…»)
Στον καιρό της πανδημίας covid επίσης όλοι διαβάζαμε και ακούγαμε απόψεις αντιεπιστημονικές κατά των εμβολιασμών, πρακτικές συνταγές για αντιμετώπιση του επικίνδυνου ιού, τέτοια βεβαίως πάντα θα βρούμε να δημοσιεύονται στο διαδίκτυο, όπου, εκτός από σωστές πληροφορίες και δεδομένα κάθε επιστήμης, κυκλοφορούν και προσωπικές θεωρίες για κάθε ζήτημα, χωρίς επιστημονική επιβεβαίωση, αλλά με …πειστικότητα για τους ανίδεους και ευπειθείς! Έτσι, λοιπόν, και ο μπάτλερ έχει άποψη επί ιατρικών θεμάτων και συμβουλεύει τον κύριό του:
“«Συγγνώμη που θα σας στενοχωρήσω κύριε, αλλά δεν μπόρεσα να κρατηθώ και να μη μουρμουρήσω ότι τα φάρμακα δεν θα σας σώσουν τελικά. Όλο φάρμακα παίρνετε, όλο εμβόλια κάνετε, όλο θεραπείες και αγωγές λαμβάνετε, όλο τους γιατρούς σας συμβουλεύεστε…»
…«Μπράβο μουρλοτζέραλντ! Έγινες και γιατρός τώρα, επιστήμων! Εύγε Τζέραλντ ξερολίδη!...»
…«Με τα φάρμακα που παίρνετε, δεν υπάρχει σωτηρία κύριε! Δεν βλέπω να τη βγάζετε καθαρή μέχρι τη χοροεσπερίδα» ξεστόμισε αναιδέστατα. «Θα σας τιμήσουμε όμως, με φρεσκότατο βακαλάο σούπα και ιδιαίτερα νόστιμα κόλλυβα, όλοι μας κύριε, μην ανησυχείτε!»…” («Όχι άλλα φάρμακα!»)
Έτσι λοιπόν συνεχίζει ο συγγραφέας τις μικρές ιστορίες με τον Τζέραλντ σχολιάζοντας κι άλλα που χαρακτηρίζουν την εποχή μας, αρνητικά, όπως την κακή ποιότητα σε μουσικά ακούσματα με τα οποία πολλοί διασκεδάζουν, τη συνήθεια να αποδέχεται κανείς τα επιδόματα ανεργίας ως τρόπο ζωής-συμβαίνει και αυτό!...
Κι ας δούμε λίγο τον έτερο ήρωα του βιβλίου, τον Ελληνοαμερικανό ιδιωτικό ντετέκτιβ Πητ Κάρλος, γιο μεταναστών στη Νέα Υόρκη, εποχή 1960. Συνέβαλε ο …φοβερός αυτός ντετέκτιβ να συλλάβουν οι αστυνομικοί τον τρομερό Μαρσελίνο χωρίς να θέλουν (γιατί τον κάλυπταν) όχι από δική του ενέργεια, αλλά από τυχαίο περιστατικό σε συνάντηση μαζί του, επαίρεται όμως, διότι συνέβη “…χάρη στο θάρρος που επέδειξα να πάω να τον βρω!”, όπως ομολογεί ο ίδιος με καμάρι!... («Υπόθεση Μαρσελίνο»)
Δεν αντιστέκεται στη γοητεία του γυναίκα και στην πρώτη συνάντηση με όμορφη πελάτισσα, φοβισμένη από τον ζηλιάρη και βίαιο σύζυγό της:
“…Έσκυψα στο αυτί της και της ψιθύρισα με βραχνή, βαθιά και ερωτική φωνή, σε στυλ Αλέν Ντελόν, ίσως και Υβ Μοντάν, όταν είναι κρυωμένοι… «μη φοβάσαι τίποτα. Ο Πητ Κάρλος είναι δίπλα σου!».
Εκείνη τότε, ανασηκώθηκε και με τα φιλήδονα χείλη της με φίλησε. Στην αρχή κάπως κοριτσίστικα, αυθόρμητα και με συστολή, αλλά στη συνέχεια παθιασμένα…»” («Πυρ Γυνή και Θάλασσα…»)
Σατιρίζει βεβαίως ο Θ. Παπαθεοδώρου αναγνώσματα που κυριαρχούσαν από παλιά, ίσως ενδιαφέρουν και σήμερα κάποιους, με ιστορίες ρομάντζο ή αστυνομικής πλοκής με δόσεις ερωτισμού και ήρωες αρρενωπούς με όμορφες λάγνες γυναίκες.
Αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με μικρά ευθυμογραφήματα και όχι με ερωτικού περιεχομένου διηγήματα. Έτσι λοιπόν θα δούμε τον Πητ Κάρλος στο διήγημα «Γιαουρτλού κεμπάπ» να συνεργάζεται με την ομοσπονδιακή αστυνομία και συλλαμβάνουν με επιτυχία εμπόρους ναρκωτικών σε ένα εστιατόριο, αλλά να τους διαφεύγουν εξαιτίας της φαεινής ιδέας του ενθουσιασμένου Πητ να δοκιμάσουν τη λιχουδιά – “«Ελληνική συνταγή, μικρασιάτικη ή Πολίτικη, δεν θυμάμαι ακριβώς. Φάτε, φάτε άφοβα… Άμα σας το λέει ο Πητ Κάρλος, αυτό αρκεί!»” από το κατασχεμένο γιαουρτλού-μαριχουάνα!...
Ασχολείται με προβλήματα, των πελατών του βεβαίως, αλλά όπως για πολλούς μια προσφιλής συνήθεια είναι να διαβάζουν εφημερίδα στην τουαλέτα (στην εποχή μας ηλεκτρονική εφημερίδα στο κινητό, νομίζω, αλλά ο ήρωάς μας κινείται στην εποχή του 1960, μην το ξεχνάμε!), σοβαρά αναγνώσματα δηλαδή σε μια «ιερή ώρα», διαβάζοντας εφημερίδα κι εκείνος, ενώ ξαλάφρωνε το στομάχι του, ως εκ θαύματος ξαλάφρωσε από την πίεση και ο νους του, φωτίστηκε και έλυσε σοβαρά προβλήματα: “Όλα φωτίστηκαν, όλα ανοίχτηκαν μπροστά μου σαν ξεκλειδωμένες κονσέρβες κορνμπίφ.” («Το Άγιο πνεύμα της ανακουφίσεως…»)
Ένας ιδιωτικός ντετέκτιβ, για να είναι σπουδαίος, αφού μόνο με σοβαρές υποθέσεις ασχολείται (“φόνους, ληστείες, σωματεμπορίες, λαθρεμπόριο, προστασίες, οικονομικές ατασθαλίες και τέτοια πράγματα”), κάποιες φορές θα φάει πολύ ξύλο από κάποιους γκάνγκστερ, θα πάθει αμνησία από γροθιές στο κεφάλι («Αμνησία»), θα σωριαστεί “λιπόθυμος σαν άδειο σακί από πατάτες Αχαΐας” («Αμόλα καλούμπα…»)
Στο «Εθνική Εορτή» θυμάται την αθυροστομία του ήρωα Γ. Καραϊσκάκη! Στο «Πητ Κάρλος… Ο Απάτσι!» μπροστά στη θέα δολοφονημένου υποψιάζεται οικονομικό έγκλημα, αφού δεν αντέχει τέτοιες υποθέσεις και πάντα παθαίνει αλλεργία, “κατακόκκινος και σε μαύρο χάλι. Ακριβέστερα, σε κόκκινο χάλι!”, στις εφημερίδες λοιπόν αναγράφηκε ως “Ο ερυθρόδερμος ντετέκτιβ που γνωρίζει το κίνητρο των φόνων με μια ματιά στο πτώμα!” και δικαίως ο άνθρωπος αγανακτεί: “Εεε, αμάν πια με τον κάθε άσχετο! Ερυθρόδερμος ο Πητ Κάρλος ρε ξεφτίλες δημοσιογράφοι; Έλεος!” Και στο «Νοσταλγία» συναντιέται σε ένα ατυχές γεγονός με τον Γιάννη τον φονιά, τον Τζόνι τον κίλερ, μπαίνει μαζί του στη φυλακή και ξεπερνά τη νοσταλγία του για τη μικρή Ελλάδα με “…τα μικρά σπιτάκια της, τα μικρά σοκάκια της…”, αφού, όπως παραδέχεται: “…στη φυλακή εκτίμησα περισσότερο την Αμερική. Μεγάλη φυλακή! Μεγάλο προαύλιο, μεγάλες εγκαταστάσεις, μεγάλα κελιά! Όλα μεγάλα! Είχα μια άνεση… δεν μπορώ να πω…”
Η φαντασία λοιπόν του Θ. Παπαθεοδώρου οργιάζει και με τον δεύτερο ήρωά του, σε διάφορα επεισόδια απολαυστικά, ευθυμογραφήματα. Και, ειλικρινά, θυμίζει η γραφή του τους μεγάλους ευθυμογράφους μας της παλιάς εποχής (Ν. Τσιφόρος, Δ. Ψαθάς), φαίνεται πως θα έχει συνέχεια και εξέλιξη αυτή η συγγραφική πλευρά του που μας αποκάλυψε πρόσφατα με το παρόν βιβλίο, που είναι το τρίτο κατά σειρά. Θα το απολαύσετε σίγουρα!
Προηγούμενα βιβλία του τα μυθιστορήματα: «Ο τρίτος δρόμος είναι της αγάπης», Ωκεανός, Αθήνα 2017 και «Ζωή ρέουσα», Πνοή, Αθήνα 2021.

Ο Θεόδωρος Παπαθεοδώρου γεννήθηκε στην Πάτρα, σπούδασε Νομικά στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Από το 2017 έως σήμερα αρθρογραφεί σε δημοσιογραφικές και βιβλιοφιλικές ιστοσελίδες, εργάζεται ως ραδιοφωνικός παραγωγός στο «Ράδιο Γάμμα» Πάτρας, στο παρελθόν αρθρογραφούσε στην έντυπη εφημερίδα «Αλλαγή» της Πάτρας. Δραστηριοποιείται επαγγελματικά κυρίως στο χώρο των πωλήσεων και της διαφήμισης.

Το βιβλίο του «Ένας μπάτλερ κι ένας ντετέκτιβ» αποτελεί αυτοέκδοση.