- Πώς εξελίσσεται η πρώτη σας εμπειρία ως συγγραφέας μετά την έκδοση του πρώτου σας βιβλίου “Μεσσίας 21ου αιώνα” από τις εκδόσεις Λυκόφως;
Είναι συναρπαστική. Ζω στιγμές που ονειρευόμουν εδώ και πολλά χρόνια. Κάθε παρουσίαση, κάθε συνέντευξη, κάθε επικοινωνία με τον κόσμο που έχει διαβάσει το βιβλίο αποτελεί για εμένα τεράστια πηγή χαράς και κινήτρου. Ανυπομονώ για κάθε νέο βήμα που μου ετοιμάζει ο εκδοτικός και, φυσικά, για την έκδοση του δεύτερου μέρους του Μεσσία.
- Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του χώρου του βιβλίου που περιορίζουν έναν πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα;
Ο τεράστιος ‘ανταγωνισμός’, ο μειωμένος αριθμός ανθρώπων που διαβάζουν βιβλία και, αρκετές φορές, οι ίδιοι οι εκδοτικοί οίκοι.
Να πω πρώτα πως είναι πραγματικά πολύ όμορφο κι ενθαρρυντικό να εκδίδονται συνεχώς νέα βιβλία, καθώς ξέρω πόσο σημαντικό είναι αυτό για τους συγγραφείς. Ωστόσο, ρεαλιστικά να το πάρεις, υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι που γράφουν και θέλουν να μοιραστούν τις ιστορίες τους και, δυστυχώς, το αναγνωστικό κοινό παραείναι μικρό για να τις διαβάσει όλες. Θεωρώ λοιπόν πως είναι εξαιρετικά δύσκολο για έναν πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα να ξεχωρίσει ανάμεσα σε τόσες πολλές επιλογές. Εκεί έρχονται και δένουν και οι εκδοτικοί, οι οποίοι είναι σαν το αφεντικό σου στη νέα σου δουλειά. Δεν ξες τι θα σου τύχει. Μπορεί να πέσεις σε κάποιον που σε βλέπει σαν άλλον έναν αναλώσιμο, σε κάποιον που ίσως σε κοροϊδέψει ή σε κάποιον που όντως πιστεύει στο ταλέντο σου και θέλει να σε αναδείξει. Είναι κορώνα-γράμματα. Δόξα τω Θεώ που εγώ έπεσα πάνω στις εκδόσεις Λυκόφως και τον Αβέρκιο Λουδάρο, ο οποίος είναι ένας απίστευτα ενδιαφέρον άνθρωπος, που έχει πολλά να μου μάθει. Προσωπικά, η τύχη μου χαμογέλασε.
Ένας πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας πρέπει να είναι αρκετά οξυδερκής και θαρραλέος για να αντέξει το χάος της αγοράς και δεν πρέπει ποτέ να ξεχάσει ότι τα βιβλία του δεν τα γράφει για να πουλήσουν, αλλά για να αρέσουν.
- Νομίζετε ότι στη δραστηριότητας της συγγραφής υπερτερεί το ταλέντο ή προσήλωση;
Θεωρώ πως είναι ένας συνδυασμός και των δύο, με την προσήλωση όμως να υπερτερεί κατά την ταπεινή μου άποψη. Και είναι λογικό. Αρκεί μόνο να σκεφτείτε πόσος χρόνος και κόπος χρειάζεται για να γίνει κανείς συγγραφέας. Η δημιουργία ενός βιβλίου προϋποθέτει επαναλαμβανόμενη ασχολία με το γράψιμο, μέχρι αυτό να παγιωθεί σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ρουτίνας. Και για να γίνει αυτό, χρειάζεται απίστευτη αφοσίωση. Χρειάζεται συνέπεια, υπευθυνότητα και συνεχή προσπάθεια. Από ‘κει και πέρα, αν υπάρχει το ταλέντο, αυτό σημαίνει πως το τελικό αποτέλεσμα θα βγει ακόμα πιο καλό. Κατ’ εμέ, η ενασχόληση με τη συγγραφή είναι ακριβώς ίδια με τον αθλητισμό – πρέπει να κάνεις θυσίες και να μοχθήσεις, αν θέλεις να πετύχεις.
- Είναι οι τεχνολογικές εφαρμογές και η καθημερινή τους χρήση ο μεγαλύτερος αντίπαλος του βιβλίου σήμερα;
Και ναι, και όχι. Υπάρχουν χιλιάδες πλατφόρμες εκεί έξω και, ανάλογα με τον τρόπο που τις χρησιμοποιεί κανείς, μπορούν να αποδειχθούν είτε σύμμαχοι ή εχθροί. Από τη μία, το έργο μας διαδίδεται στο αναγνωστικό κοινό κυρίως μέσα από αυτές τις εφαρμογές, οπότε τις οφείλουμε πολλά. Από την άλλη, όμως, πολλοί τις χρησιμοποιούνε με λάθος τρόπο και καταναλώνουν ατελείωτο χρόνο και ενέργεια σε ανούσια περιεχόμενα. Ο κόσμος θα πρέπει να μάθει να αξιοποιεί την τεχνολογία προς όφελός του κι όχι απλώς και μόνο για να καίει τα εγκεφαλικά του κύτταρα. Αντίπαλος λοιπόν είναι ο τρόπος χρήσης αυτών των εφαρμογών, κι όχι η ίδια η χρήση αυτή καθ’ αυτή.
- Πιστεύετε ότι η συγγραφή και η ανάγνωση είναι καταφυγή ή κάτι ακόμα βαθύτερο;
Η συγγραφή και η ανάγνωση είναι ένας πανίσχυρος τρόπος έκφρασης και ένας τρόπος για να συμφιλιωθείς με τις σκληρές αλήθειες της ζωής. Τα βιβλία αποτελούν αστείρευτη πηγή γνώσης, μέσα από την οποία δημιουργείται μία δίοδος προς τον ανώτερο εαυτό μας – τον οξυδερκή, τον πράο, τον εγκρατή, τον σοφό. Η συγγραφή είναι ένας τρόπος μετάδοσης αυτών των γνώσεων και των προσωπικών εμπειριών μας στη ζωή, είναι μια πράξη εξιλέωσης, κατάθεσης, απολογίας και κάθαρσης ψυχής. Μέσα από τα βιβλία και το γράψιμο γινόμαστε καλύτεροι άνθρωποι, πιο συνειδητοποιημένοι και πιο έτοιμοι για ό,τι έπεται στο μέλλον. Καλώς ή κακώς, μεγαλώνουμε, και η λογοτεχνία μπορεί να μας βοηθήσει να το διαχειριστούμε πολύ καλύτερα.
- Εσείς γιατί γράφετε;
Γράφω για να ξορκίσω ό,τι με βασανίζει και να αποσυμπιέσω τη ψυχή μου απ’ τα ανείπωτα βάρη της ζωής. Γράφω για να συμφιλιωθώ με ό,τι με φοβίζει και με τρομάζει. Γράφω για όλους εκείνους τους ανθρώπους που ψάχνουνε να ταυτιστούν με κάτι, ώστε να συνεχίσουν να ελπίζουν. Είναι ένας τρόπος για να επικοινωνώ μαζί τους και να τους αγγίζω. Η συγγραφή με ψυχαγωγεί και, μέσα από αυτή, μπορώ να δείχνω στους αναγνώστες τη δική μου οπτική γωνία των πραγμάτων. Σκοπός με τα βιβλία μου είναι να δημιουργήσω μια μικρή παρακαταθήκη, η οποία θα συνεχίσει να υπάρχει και να κρατάει συντροφιά ακόμη και μετά από εμένα. Για εμένα, η συγγραφή είναι ένας τρόπος να αφήσω το αποτύπωμά μου στον κόσμο.
- Θυμάστε πώς και πότε ήρθατε σε επαφή για πρώτη φορά με τον κόσμο του βιβλίου ως αναγνώστης;
Το πρώτο βιβλίο που έπιασα στα χέρια μου ήταν ένα μυθιστόρημα του Stephen King, το ‘Αναβίωση’, το οποίο το διάβασα έπειτα από προτροπή του πατέρα μου – συγγραφέας κι αυτός. Από μικρός είχα αρκετά λογοτεχνικά ερεθίσματα και μου είχε εξάψει την περιέργεια να ασχοληθώ κι εγώ με αυτή τη συνήθεια. Καταπιάστηκα σοβαρά με την ‘Αναβίωση’ και μέσα σε δυο βδομάδες το είχα τελειώσει και νομίζω πως κάπως έτσι πυροδοτήθηκε η αγάπη μου για το βιβλία και ειδικότερα για τα μυθιστορήματα αυτού του είδους. Έκτοτε ακολούθησαν πολλά σπουδαία έργα που με καθόρισαν σαν άνθρωπο, επηρέασαν την προσωπικότητα και τον τρόπο σκέψης μου, και άλλαξαν τη φιλοσοφία μου. Οι συστάσεις του πατέρα μου έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στη διαμόρφωσή μου σαν αναγνώστη και, μετ’ έπειτα, σαν συγγραφέα.
- Πόσο δεμένη είναι σήμερα η ζωή σας με αυτόν τον κόσμο;
Άρρηκτα. Μπορεί να μη γράφω κάθε μέρα, αλλά φροντίζω να διαβάζω. Όπως επίσης και τις φορές που δεν διαβάζω, φροντίζω να γράφω. Η λογοτεχνία έχει εισχωρήσει βαθιά στην καθημερινότητά μου, ειδικά από τη στιγμή που κυκλοφόρησε ο ‘Μεσσίας’ και ένιωσα το επίπεδο να ανεβαίνει. Γράφω καθημερινά για να πετύχω τους συγγραφικούς μου στόχους και γιατί, με αυτόν τον τρόπο, μπορώ και διαχειρίζομαι καλύτερα τα συναισθήματά μου. Οπότε, ήταν μάλλον αναπόφευκτο που η ζωή μου δέθηκε τόσο πολύ με αυτόν τον κόσμο.