Τι ήταν αυτό που σας προσέλκυσε περισσότερο στο έργο του Δημήτρη Δημητριάδη «Φαέθων»;
Ο Δημήτρης Δημητριάδης είναι ένας σημαντικός σύγχρονος Έλληνας συγγραφέας, έργα του οποίου έχω διαβάσει και παρακολουθήσει στην σκηνή. Με τον «Φαέθοντα» και τον ρόλο του Άμνετ έρχομαι πρώτη φορά σε επαφή στο πλαίσιο του μαθήματος της Χρύσας Καψούλη στο Θέατρο των Αλλαγών. Ήταν την περίοδο του covid και τα μαθήματα γίνονταν διαδικτυακά. Θυμάμαι είχα κάνει ένα μονόλογο «συρραφή» βασισμένο στον ρόλο του πατέρα. Μου είχε κάνει εντύπωση η διαχρονικότητα της ιστορίας και ο καταιγιστικός λόγος του συγγραφέα. Φέτος όταν συζητήσαμε γι΄ αυτή τη συνεργασία και άνοιξα ξανά το κείμενο αντιμετώπισα με δέος και φόβο τον συγκεκριμένο ρόλο. Από την εποχή του covid μέχρι σήμερα υπήρξε έξαρση ενδοοικογενειακής βίας ή τουλάχιστον γίνονταν γνωστές περισσότερες τέτοιες ιστορίες. Εστιάζω στον τρόπο που ο συγγραφέας ξεκινάει κάτι για να φτάσει σε κάτι άλλο. Στην πορεία ανακαλύπτω με πόσους άλλους συγγραφείς συνομιλεί. Μπαίνοντας πιο βαθιά στην διαδικασία της ανάγνωσης ξανά και ξανά, στην προσπάθειά μου να φτιάξω ένα «νήμα» για να μάθω τον ρόλο, προκύπτει μια «αποκρυπτογράφηση» -ει δυνατόν- του τρόπου που δημιουργεί την μουσικότητα του λόγου και η αναγκαιότητα να μην χαθεί τίποτα – ούτε μια συλλαβή - ώστε το οικοδόμημα να παραμείνει στιβαρό. Ακόμα και τώρα που ο Φαέθοντας είναι παραστάσιμος, καθημερινά ανακαλύπτω καινούργια στοιχεία που με εκπλήσσουν.
Υποδύεστε τον Άμνετ Λομ. Πως θα τον συστήνατε σε κάποιον που δεν γνωρίζει το έργο;
Ο Άμνετ Λομ είναι ο γνωστός «πα-ΤΕΡΑΣ» όλων αυτών των κακοποιημένων οικογενειών που συναντάμε δυστυχώς ακόμα, σχεδόν καθημερινά στην ζωή μας. Θεωρώ ότι πρόκειται για μια βαθιά αρρωστημένη προσωπικότητα που πατάει πάνω σε μια δική του ερμηνεία της θρησκείας – είναι γνωστό ότι στο πλαίσιο των θρησκειών έχουν γίνει και εξακολουθούν να γίνονται μεγάλα εγκλήματα- για να δικαιολογήσει την συμπεριφορά του. Κακοποιητικός μέσα και έξω από το σπίτι του - ένας φασίστας που θεωρεί εαυτόν Θεό - επιβάλλει τους νόμους του στην δουλειά του, στην κοινωνικότητά του και στην συνέχεια στην οικογένειά του (εκεί τους εξαντλεί), προφασιζόμενος το μαρτύριο του Σταυρού που περνάει ο ίδιος και που κατά την γνώμη του ωχριά μπροστά σε αυτό του εσταυρωμένου. Πνιγμένος στους φόβους του και στις απορίες του για την μετά θάνατον ζωή, διασκεδάζει τα σκοτάδια του μυαλού του μοιράζοντας φρίκη με τις πράξεις του, κωφεύοντας και εθελοτυφλώντας μέχρι το μοιραίο βράδυ…
Συστήστε μας και τα άλλα πρόσωπα του έργου.
Η Τζούλι (Μάγδα Κατσιπάνου) η σύζυγός μου. Εβραία από την Πράγα. Μετακινείται με την οικογένειά της στο Λονδίνο, υιοθετώντας παραλλαγές σε όνομα και επίθετο στην προσπάθεια να αποποιηθεί την «ρετσινιά» της καταγωγής της. Από Γιούλιε Χίλσνερ γίνεται Τζούντι Χένλευ και στην συνέχεια Τζούλι ΛΟΜ όπως φροντίζω να της υπενθυμίζω καθημερινά. Μια γυναίκα που το τραύμα του διωγμού, η σιωπή και η δουλικότητά της εκτός από θύμα την καθιστά ταυτόχρονα συνένοχη σε όλο αυτό που συμβαίνει σπίτι της. Η Μπεθ (Κατερίνα Κέντρου) και η Ανν (Κλέλια Μαμουνάκη) οι δύο κόρες μου. Πειθήνια γρανάζια μιας καλά λαδωμένης μηχανής. Υπομένουν (ή έτσι δείχνουν) την «κανονικότητα» που έχει επιβληθεί από τον Δημιουργό τους. Ο Λέλο (Δημήτρης Βουτσής). Ο Μονογενής Υιός που δυστυχώς δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του Πατέρα Του με αποτέλεσμα μια διαρκή ρήξη, έναν μόνιμο εξευτελισμό εις βάρος του, ψυχικό και σωματικό. Μόνη διέξοδος, πηγή γνώσης και κάποια στιγμή σπίθα αντίστασης, τα βιβλία του και η συνειδητοποίηση ότι πρέπει να ζήσει. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και τα τέσσερα αυτά πρόσωπα ζουν με έναν βαθύ φόβο για το άγνωστο, έναν φόβο που ο πατέρας συντηρεί καθημερινά και πάνω σε αυτόν στηρίζει την απεχθή συμπεριφορά του.
Αν μπορούσατε να κάνετε μια ερώτηση στον Άμνετ Λομ σαν να ήταν πραγματικό πρόσωπο, ποια θα ήταν;
Θεωρώ ότι στον Άμνετ Λομ μπορεί κανείς να απευθύνει μια ατέλειωτη σειρά από «ΓΙΑΤΙ;» Υπάρχει όμως μια σκηνή, προς το τέλος του έργου, που η Τζούλι η γυναίκα του στο πλαίσιο του «ΦΤΑΝΕΙ ΩΣ ΕΔΩ» τον ρωτάει πως μπορεί και κάνει τον Σταυρό του με τα χέρια του - τα ίδια χέρια - που καθημερινά πράττουν τόσο ειδεχθή εγκλήματα. Αυτήν την ερώτηση την ακούω εδώ και 5 μήνες που δουλεύουμε το έργο. Νομίζω αυτό θα τον ρωτούσα κι εγώ: «Πως μπορείς και κάνεις τον Σταυρό σου με αυτά τα χέρια». Και τώρα που το ξανασκέφτομαι, σε μια ύστατη προσπάθεια κατανόησης της νοσηρότητας αυτού του μυαλού, θα ρωτούσα πως πραγματικά ήταν η σχέση του με τον Πατέρα ΤΟΥ που τόσο πολύ καμάρωνε για τον Υιό ΤΟΥ.
Πόσο εύκολο είναι για έναν ηθοποιό να κρατήσει μια απόσταση από έναν τόσο σύνθετο και σκληρό χαρακτήρα χωρίς να χαθεί μέσα του;
Στην συγκεκριμένη παράσταση έχω την τύχη να συμμετέχω με πολλαπλούς ρόλους. Ως ΧSQUARE DESIGN LAB αναλάβαμε το εικαστικό κομμάτι (σκηνογραφία,video, κοστούμια, φωτογράφιση, υλικό promo) και ως ηθοποιός τον ρόλο του Άμνετ. Μια διαδικασία πολύ δημιουργική που εύκολα μπορεί να γίνει χαοτική. Είναι πολύ διασκεδαστικό να επιμελείσαι με κάθε λεπτομέρεια το σπίτι, την ατμόσφαιρα, τα ρούχα και ότι άλλο χρειάζεται για να στηθεί η παράσταση και ταυτόχρονα να αντλείς στοιχεία για τον ρόλο σου. - Κάποιες στιγμές μου πέρασε από το μυαλό ότι λειτουργώ ακριβώς όπως όλοι αυτά τα κτήνη: Προσφέρω τα πάντα, εξασφαλίζω μια εξωτερική εικόνα που κατά τα άλλα είναι ζηλευτή και στον αντίποδα δηλητηριάζω κάθε στιγμή αυτούς τους ανθρώπους. Φοβερό δεν είναι; - Κατά συνέπεια υπήρξε η διαρκής πρόκληση της αποστασιοποίησης από την μια ιδιότητα ή την άλλη. Μερικές φορές καταφέρνεις να βάλεις τα όρια ανάμεσα σε όλα αυτά. Τον περισσότερο όμως χρόνο κινείσαι είτε χιουμοριστικά (έτσι νομίζεις), είτε ρεαλιστικά με τα χαρακτηριστικά του ρόλου σου, με αποτέλεσμα κάποιες φορές να αρχίζεις να ανησυχείς με την ευκολία που ξεστομίζεις όλα αυτά τα λόγια στην κανονική ζωή, ακόμα και στον ύπνο σου. Ή σε ποια πλευρά του εαυτού σου (θεατή ή αθέατη, συνειδητή ή όχι) ακουμπάνε. Εκεί τρομάζεις.
Ποια θεωρείτε ότι είναι η υπαρξιακή αγωνία που διατρέχει τον «Φαέθοντα»;
O «Φαέθοντας» είναι ένα έργο που βασίζεται στον ομώνυμο μύθο του γιου του Ήλιου, μόνο που στην εκδοχή του Δημητριάδη ο μύθος αντιστρέφεται. O Λέλο δεν καίγεται, με την πράξη του αναδύεται στο φως. Η διακειμενική συνομιλία του έργου με τον «Άμλετ» του Σαίξπηρ, το «Γράμμα στον Πατέρα» του Κάφκα ακόμα και με τις «Δούλες» του Ζενέ όπως πρόσφατα επισημάνθηκε, σίγουρα γεννάει πλήθος αναζητήσεων υπαρξιακού χαρακτήρα. Η ανάγκη του ανθρώπου να ξεπεράσει τα όρια. Η εσωτερική πάλη με τον εαυτό του. Η πάλη με τα πλάσματα που κατ΄ εικόνα και καθ΄ ομοίωση πλάστηκε. Ο φόβος της ευθύνης και της μοναξιάς που έχει η ελευθερία. Το νόημα της ύπαρξης. Η προδιαγεγραμμένη πορεία προς τον θάνατο. Το «ΝΑ ΖΕΙΣ» τελικά.
Πώς ήταν η συνεργασία σας με τη σκηνοθέτιδα Χρύσα Καψούλη και την υπόλοιπη ομάδα; Υπήρξε κάτι που σας εξέπληξε ή σας ενέπνευσε;
Η σχέση μου με την Χρύσα πάει αρκετά χρόνια πίσω. Ήταν και εξακολουθεί να είναι δασκάλα μου στο Θέατρο των Αλλαγών, έχουμε συνεργαστεί στο παρελθόν ποικιλοτρόπως, αλλά αυτή είναι η πρώτη φορά που την συναναστρέφομαι ως σκηνοθέτη σε έργο τέτοιου βεληνεκούς. Η Χρύσα ξεκινάει με μια «μεγάλη» εικόνα που δημιουργεί για το έργο και στην συνέχεια αρχίζει το «κέντημα». Δεν αφήνει τίποτα στην τύχη του και επιμένει, επιμένει μέχρι τελικής πτώσης. Με την Μάγδα, την Κατερίνα, την Κλέλια και τον Δημήτρη γνωριζόμαστε από το Θέατρο των Αλλαγών, εδώ και πολλά χρόνια επίσης. Ήταν δέλεαρ και στοίχημα η συνεργασία μας, μια συνεργασία που κύλησε με δουλειά σκληρή απ΄όλους, πειθαρχία, χιούμορ και σεβασμό. Θαυμάζω όλη την ομάδα και έχω «πιαστεί» από τελείως διαφορετικά στοιχεία του καθενός, που κι ίδιοι δεν γνωρίζουν για τους εαυτούς τους, για να εμπνευστώ και να προχωρήσω. Θεωρώ ότι αυτός είναι και ο μοναδικός τρόπος για γόνιμη συνεργασία.
Ποιο μήνυμα ή συναίσθημα πιστεύετε ότι αφήνει η παράσταση στο κοινό;
Είναι γνωστό ότι τα συναισθήματα που γεννιούνται στον θεατή εξαρτώνται από υποκειμενικά κριτήρια· βιώματα, τραύματα, προσωπικές προσλαμβάνουσες. Φεύγοντας από τον «Φαέθοντα», πιστεύω ότι ο θεατής κάτι ουσιαστικό παίρνει μαζί του. Σε προσωπικό επίπεδο συναναστρεφόμενος θεατές μετά την παράσταση εισπράττω μια αηδία για τον χαρακτήρα μου, άλλες φορές εκφρασμένη με ένα μειδίαμα άλλες με σκληράδα. Η αηδία μπορεί να ενεργοποιήσει ένστικτα αντίστασης και ανυπακοής. Ανυπακοής που ειδικά στις μέρες μας μάλλον επιβάλλεται και είναι πολιτική πράξη. Να αντιστεκόμαστε σε ότι μας κάνει κακό, σε κάθε μορφής βία. Η υπακοή δεν αρετή, άλλος είναι ο τρόπος που οι σχέσεις γίνονται λειτουργικές. Να εμπιστευόμαστε το αίσθημά μας και να επαναστατούμε. Η όποια μορφή Ανάτασης – Ανάστασης επιτυγχάνεται με επα-ΑΝΑΣΤΑΣΗ.
Περισσότερα για την παράσταση πατήστε ΕΔΩ
