Μιλήστε μας για το καινούριο έργο του Βασίλη Μαυρογεωργίου «Αυτοί που κοιτούν».
Το έργο «Αυτοί που κοιτούν» του Βασίλη Μαυρογεωργίου είναι μια παράσταση που κατά την άποψή μου συνδυάζει το υπαρξιακό και το κοινωνικό στοιχείο με πολύ έντονη εικόνα και συμβολισμό. Αυτό που με εντυπωσιάζει είναι ότι το έργο λειτουργεί ταυτοχρόνως ως αντιπολεμικό, αντιρατσιστικό, και διεισδυτικό στην εικόνα των σχέσεων πχ. πόσο εύκολα μπορείς να συνυπάρχεις με κάποιον που θεωρείς εχθρό ή πόσο διαρκεί η γραμμή μεταξύ θύτη και θύματος. Η σκηνοθετική συμπαραγωγή (από τους Νίκο Δερτιλή και Δημήτρη Γεωργαλά) και το κείμενο του Βασίλη Μαυρογεωργίου διαμορφώνουν ένα περιβάλλον που απαιτεί εγρήγορση και νομίζω ότι ως πρωτοεμφανιζόμενος ηθοποιός είναι μια μοναδική ευκαιρία να μείνω σε εγρήγορση. Τέλος, θα έλεγα πως το έργο, πέρα από το γεγονός ότι είναι «καινούριο» για μένα και για το κοινό που το βλέπει για πρώτη φορά, φέρει μια επίκαιρη χροιά γιατί ο πόλεμος δεν είναι μόνο γεωγραφικός ή στρατιωτικός. Μπορεί να είναι πολιτικός, κοινωνικός, ψυχολογικός.
Ο ρόλος σας αγγίζει ένα από τα πιο επίκαιρα θέματα της εποχής μας, το μεταναστευτικό. Ποια διαδικασία πρέπει να ακολουθήσει ένας ηθοποιός για να προσεγγίσει έναν σύγχρονο μετανάστη, που στη θέση του θα μπορούσε να είναι ο καθένας μας;
Νομίζω πως για να προσεγγίσεις ένα ρόλο σαν αυτόν, που αγγίζει το μεταναστευτικό, το βασικό είναι να καταλάβεις ότι δεν παίζεις έναν ξένο ή κάποιον άλλο αλλά έναν άνθρωπο σαν εσένα. Ξεκίνησα προσπαθώντας να ξεφύγω από τα κλισέ και να μπω λίγο πιο βαθιά. Διάβασα ιστορίες αληθινών ανθρώπων, είδα ντοκιμαντέρ, και πιο πολύ στάθηκα σε μικρές λεπτομέρειες δηλαδή πώς μιλάνε, τι φοβούνται , τι κουβαλάνε μέσα τους. Ήθελα να μπω όσο πιο κοντά γίνεται στο πώς νιώθει κάποιος που έχει ξεριζωθεί. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποια μαγική μέθοδος. Πρέπει να έχεις ενσυναίσθηση και σεβασμό. Να καταλάβεις ότι αυτό που παίζεις στη σκηνή είναι για κάποιους η καθημερινότητα τους. Και αυτό σε κάνει να θες να το αποδώσεις όσο πιο αληθινά γίνεται, χωρίς υπερβολές. Προσωπικά, με επηρέασε και το γεγονός ότι έχουμε όλοι νιώσει κάποιες φορές εκτός και αν το σκεφτείς, κάπως έτσι ξεκινάει όλο αυτό: με την ανάγκη να ανήκεις κάπου. Αυτό για παράδειγμα το είχα πολύ όταν ήμουν μικρός. Αυτό προσπαθώ να κρατάω στον ρόλο μου.
Το έργο, βαθιά αντιπολεμικό, μας φέρνει να αντιμέτωπους, εκτός από τον υπαρκτό εχθρό… και με τον ίδιο μας τον εαυτό. Ποιος από τους δύο είναι πιο επικίνδυνος;
Πολύ ωραία ερώτηση και με αφορά πολύ αυτή τη περίοδο της ζωής μου. Κατά τη γνώμη μου, ο πιο επικίνδυνος εχθρός είναι αυτός που κρύβεται μέσα μας. Ο εξωτερικός εχθρός είναι πιο ξεκάθαρος τον βλέπεις, τον φοβάσαι, μπορείς να τον πολεμήσεις. Ο εσωτερικός όμως είναι για μένα πιο ύπουλος. Είναι οι προκαταλήψεις μας, ο φόβος για το άγνωστο, η αδιαφορία, η συνήθεια να βάζουμε ταμπέλες, οι ανασφάλειες μας. Ξεκινώντας σε αυτό το χώρο και ήδη μέσα από τη δραματική σχολή κατάλαβα ότι το μόνο που με σταματάει είμαι εγώ. Η ανάγκη μου να αποδείξω , το να είμαι σωστός , το να με αμφισβητώ. Κι αυτό, μέσα στον πόλεμο που περιγράφει το έργο, φαίνεται πολύ καθαρά: οι χαρακτήρες δεν πολεμούν μόνο έναν αντίπαλο αλλά και την ίδια τους τη συνείδηση, τις αμφιβολίες τους, τον φόβο να ρισκάρουν ή να αμφισβητήσουν αυτά που τους έχουν μάθει.
«Αυτοί που κοιτούν», ο τίτλος του έργου, θα μπορούσε να είναι και «Αυτοί που μας παρακολουθούν»; Και πόσο επικίνδυνο είναι αυτό;
Νομίζω πως θα μπορούσε να λέγεται και «Αυτοί που μας παρακολουθούν» και αυτό το κάνει για μένα ακόμα πιο τρομακτικό. Γιατί το «κοιτούν» μπορεί να είναι αθώο, ουδέτερο. Το «παρακολουθούν» έχει μέσα του έλεγχο, φόβο. Νιώθω ότι ζούμε σε μια εποχή που όντως μας «παρακολουθούν» όχι μόνο κυριολεκτικά, μέσω της τεχνολογίας, αλλά και συμβολικά. Εννοώ από τα social media, από τις απόψεις μας, από τις επιλογές μας. Υπάρχει μια αίσθηση ότι κάποιος πάντα βλέπει και κρίνει. Και κάπου εκεί αρχίζει και η αυτολογοκρισία. Δεν εκφραζόμαστε, δεν αντιδράμε, δεν ρισκάρουμε , γιατί φοβόμαστε πώς θα φανεί στους άλλους. Κι εκεί είναι και το πιο επικίνδυνο, όταν αρχίζουμε να κοιτάμε και τον εαυτό μας με τα μάτια των άλλων. Αυτό νομίζω ότι θίγει και το έργο. Πόσο εύκολα χάνεις τον εαυτό σου όταν σε κοιτούν και πόσο πιο δύσκολο είναι να κοιτάξεις πραγματικά εσύ.
Ποιες είναι η μέχρι τώρα αντιδράσεις του κοινού μετά το τέλος της παράστασης;
Αυτό που μου κάνει περισσότερη εντύπωση είναι ότι ο καθένας «βλέπει» κάτι διαφορετικό. Άλλοι εστιάζουν στο πολιτικό μήνυμα , άλλοι στην ανθρώπινη σχέση ανάμεσα στους δυο ήρωες , άλλοι στη μοναξιά , στο φόβο. Και κάτι που δεν το περιμένουν πολλοί , ούτε εγώ ο ίδιος το περίμενα δηλαδή είναι ίσως το χιούμορ. Είναι μαύρη κωμωδία και ο κόσμος γελάει συχνά και δυνατά, ακόμα κι αν το θέμα είναι βαρύ. Και αυτό δεν είναι αντίφαση είναι τελικά ανακούφιση. Ο Βασίλης Μαυρογεωργίου έχει καταφέρει να χωρέσει το χιούμορ σε πολύ ανθρώπινες στιγμές, εκεί που τα πράγματα γίνονται σχεδόν τραγικά. Κι εκεί είναι που γελάει ο κόσμος όχι επειδή είναι αστείο αυτό που συμβαίνει, αλλά επειδή μάλλον αναγνωρίζει την παραδοξότητα της κατάστασης.
Περισσότερα για την παράσταση πατήστε ΕΔΩ