που σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί στην παράσταση 'Δον Κιχώτης" που παρουσιάζεται στο θέατρο Φούρνος
Δον Κιχώτης, ένας ονειροπόλος ήρωας. Πως πιστεύετε πως θα αντιδρούσε στην σημερινή εποχή που είναι μία εποχή σούπερ ηρώων;
Με τα υλικά της φαντασίας του και των επιθυμιών του. Είναι τα πιο ισχυρά όπλα, για τον καθένα μας, και για κάθε εποχή. Αν τα εμπιστευόμασταν και τα χρησιμοποιούσαμε, νομίζω θα μασταν όλοι, σούπερ ήρωες.
Διακατέχεται και από βαθιά ιδανικά. Ποια είναι αυτά και ποια από αυτά αρχίζουν να εκλείπουν από την σημερινή κοινωνία;
Πρεσβεύει μια ισότητα πολυδιάστατη και ιδιαίτερη. Ο έρωτας και η περιπλάνηση-η περιπλανώμενη ιπποσύνη όπως κι ο έρωτας, μας λέει-κάνουν τα πράγματα όλα ίσα. Βοηθάει πρώτα απ΄’ολους τους κατατρεγμένους και τους τυραννισμένους, χωρίς να εξετάζει τις άλλες τους ιδιότητες ή τα φορτία τους. Αγαπά φυσικά την ελευθερία, θεωρεί πως θεός και φύση μας έπλασαν όλους ελεύθερους. Πόσο εκλείπουν όλα αυτά σήμερα, νομίζω το ζούμε όλοι.
Σαν σκηνοθέτης τι ήταν αυτό που σας έκανε να θέλετε να ανεβάσετε το έργο του Θερβάντες και πως καταφέρατε να αποδοθεί όλο το έργο με 4 μόνο ηθοποιούς;
Το έργο είναι αριστούργημα. Αστείο ,συγκινητικό, ιδιαίτερο, πνευματώδες. Ήταν πρόκληση να το κάνουμε τέσσερις ηθοποιοί, η Αργυρώ Λογαρά, ο Γιάννης Νικολάου, ο Διονύσης Ποταμίτης κι εγώ, γιατί τα περιστατικά και οι περιπέτειες είναι πάρα πολλές και ήταν πρόκληση να κρατηθεί η δομή, η συνέχεια αλλά και η ουσία της ιστορίας. Επιλέξαμε φυσικά ,εστιάσαμε στα σημαντικότερα για μάς, προσέξαμε να υπάρχει ποίηση και χιούμορ και με τη βοήθεια του Αλέξανδρου Κομπόγιωργα στο εικαστικό και του Βασίλη Χρηστακέα στο μουσικό περιβάλλον, φτιάξαμε την παράσταση μας. Η Αργυρώ κι ο Διονύσης επωμίστηκαν τους πολλούς και διαφορετικούς ρόλους κάνοντας τα περάσματα με απλό τρόπο αλλά με ξεχωριστούς τόνους και ρυθμούς.
Μιλήστε μας για Εταιρία Θεάτρου «Νεάπολις». Πότε ιδρύθηκε, πόσα έργα έχει ανεβάσει και με τι κριτήριο τα επιλέγετε;
Ιδρύθηκε το 2012 ,από την Αργυρώ Λογαρά και μένα και κάναμε Θουκυδίδη, τον ‘Επιτάφιο του Περικλή’, βουτιά στα βαθιά, που μας άνοιξε τους πρώτους δημιουργικούς δρόμους. Ασχοληθήκαμε με το θέατρο για παιδιά, κάναμε με τον Αλέξανδρο Κομπόγιωργα το «Ταξίδι στο κέντρο της γής» του Βερν, και τη «Χώρα των Πελαργών» της Η.Σοφιανού. Μετά ανεβάσαμε τη «Βιοτεχνία Υαλικών» του Μ.Κουμανταρέα, που παίχτηκε για τρείς σεζόν. Αγαπάμε όπως βλέπετε τη λογοτεχνία, κλασσική και σύγχρονη.
Ποιες είναι οι αντικειμενικές δυσκολίες για μια ομάδα σαν την δικιά σας;
Στηρίζουμε τις παραγωγές με αποκλειστικά δικά μας μέσα, και αυτό φυσικά είναι πολύ δύσκολο, αλλά μηχανευόμαστε διάφορους τρόπους όχι πολύ δαπανηρούς, για να κάνουμε αυτό που τελικά θέλουμε.
Πιστεύετε ότι ο μεγάλος αριθμός των έργων που αναβαίνουν κάθε χρόνο στην Αθήνα βοηθάει το κοινό ή το μπερδεύει;
Είναι μια ενδιαφέρουσα ζύμωση ,και βοηθάει και μπερδεύει, αλλά είναι νομίζω θετική κοινωνική διεργασία και ανταλλαγή.
Ας επανέρθουμε στην παράσταση σας. Φεύγοντας ο θεατής από τον «Δον Κιχώτη» με τι συναισθήματα και σκέψεις θα θέλατε να φεύγει από το θέατρο Φούρνος;
Το ιδανικό είναι να έχει ευχαριστηθεί και να έχει αναστατωθεί με δημιουργικό τρόπο. Είναι κάποια βασικά θέματα, η φαντασία, η ελευθερία, ο έρωτας ,η πραγματικότητα και οι συγκρούσεις της, που μας απασχολούν όλους, και το έργο προβάλλει ξανά και ξανά με μοναδικό τρόπο.