Συνέντευξη με την συνθέτρια Νάνα Σιμόπουλος

Ζείτε εδώ και δεκαετίες στη Νέα Υόρκη, αλλά η μουσική σας συχνά μοιάζει να προέρχεται από τόπους πολύ παλαιότερους από τις σύγχρονες μητροπόλεις. Πού αισθάνεστε ότι κατοικεί πραγματικά η μουσική σας;


Νομίζω ότι η απάντηση είναι ακριβώς ο τίτλος του άλμπουμ μου: Between Worlds, ανάμεσα σε δύο κόσμους. Η μουσική μου δεν έχει ένα μόνο σπίτι, ούτε ανήκει σε μία μόνο εποχή.
Η Νέα Υόρκη είναι η πόλη μου, το μέρος που με έκανε τον καλλιτέχνη που είμαι σήμερα. Μου έδωσε την ελευθερία να παίξω και να γράψω ό,τι θέλω, χωρίς ταμπέλες. Αλλά η Νέα Υόρκη έχει πολύ θόρυβο και τρέχει πολύ γρήγορα. Η μουσική, όμως, είναι κάτι που συμβαίνει μέσα μας. Όπως λέω πάντα, τα μάτια μας βλέπουν μόνο ό,τι είναι μπροστά μας, αλλά τα αυτιά μας ακούνε τον ήχο από παντού και τον νιώθουμε σε όλο μας το σώμα.
Όταν κάθομαι να γράψω μουσική, αφήνω πίσω μου τον θόρυβο της μεγάλης πόλης και πάω σε ένα μέρος μέσα μου. Εκεί μέσα ζουν όλα μαζί: οι ρίζες μου από την Ελλάδα, οι αναμνήσεις από τον παππού μου που έπαιζε μαντολίνο, τα ταξίδια μου στην Ινδία, αλλά και η ροκ μουσική που άκουγα όταν ήμουν μικρή.
Εκεί λοιπόν κατοικεί η μουσική μου. Σε αυτό το ήσυχο μέρος μέσα στην ψυχή μου, όπου το παλιό και το καινούργιο γίνονται ένα, μακριά από τις οθόνες και την τεχνολογία του σήμερα.

Επιστρέφετε στην Ελλάδα όχι μόνο ως συνθέτρια αλλά και ως μαέστρος των έργων σας. Υπάρχει κάποια ευθύνη που νιώθετε όταν παρουσιάζετε τη δουλειά σας στον τόπο από τον οποίο ξεκινήσατε;
Ναι, νιώθω μεγάλη ευθύνη, αλλά κυρίως νιώθω μεγάλη συγκίνηση. Η Αθήνα είναι η πόλη των γονιών μου και το μέρος όπου έζησα από τα 12 μου χρόνια. Εκεί τραγουδούσα στο σχολικό λεωφορείο, εκεί έμαθα να αγαπάω τα ελληνικά τραγούδια. Το να γυρίζω λοιπόν εδώ, όχι μόνο για να ακουστεί η μουσική μου, αλλά για να διευθύνω εγώ η ίδια την ορχήστρα, είναι κάτι πολύ μεγάλο για μένα.
Το να είσαι μαέστρος σημαίνει ότι πρέπει να οδηγήσεις όλους αυτούς τους μουσικούς να γίνουν ένα, να αναπνεύσουν μαζί. Και το γεγονός ότι δουλεύω με τα παιδιά από το Μουσικό Σχολείο Αλίμου, αυτούς τους νέους, ταλαντούχους ανθρώπους, κάνει την ευθύνη ακόμα πιο όμορφη. Θέλω να τους δώσω όλη μου την ενέργεια.
Όταν παρουσιάζεις τη δουλειά σου στον τόπο σου, στους ανθρώπους που έχουν την ίδια "ρίζα" με σένα, δεν μπορείς να κρυφτείς. Η ευθύνη μου είναι να είμαι απόλυτα ειλικρινής μαζί τους. Δεν έρχομαι για να δείξω κάτι δύσκολο ή τεχνικό, αλλά για να μοιραστώ την αλήθεια μου και την ιστορία της ζωής μου μέσα από τον ήχο της ορχήστρας. Είναι σαν να επιστρέφω στο σπίτι μου και να δείχνω στους δικούς μου ανθρώπους τι μάζέψα όλα αυτά τα χρόνια στα ταξίδια μου.

Για πολλά χρόνια οι καλλιτέχνες μιλούσαν για τη «γέφυρα» ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση. Σήμερα που οι πολιτισμοί συνυπάρχουν διαρκώς στον ίδιο ψηφιακό χώρο, μπορούμε να μιλήσουμε για ενοποίηση;
Το ίντερνετ και ο ψηφιακός κόσμος έχουν κάνει τα πράγματα πολύ εύκολα. Μπορείς να κάθεσαι στο δωμάτιό σου στη Νέα Υόρκη και να ακούς μουσική από την Ινδία ή την Ελλάδα με ένα κλικ. Με αυτή την έννοια, ναι, υπάρχει μια ενοποίηση, όλα είναι στον ίδιο χώρο.
Όμως, υπάρχει ένας κίνδυνος με αυτό. Όταν όλα γίνονται ένα πολύ εύκολα και γρήγορα, κινδυνεύουμε να γίνουν όλα ίδια. Να χάσουμε το βάθος και το χρώμα που έχει η κάθε κουλτούρα.
Για μένα, ο σκοπός δεν είναι να ανακατέψουμε τη μουσική απλώς για να την κάνουμε "μοντέρνα" ή ψηφιακή. Όταν έφερα το σιτάρ από την Ινδία στη Νέα Υόρκη, ή όταν έβαλα το μπουζούκι να συναντήσει την τζαζ, δεν το έκανα επειδή ήταν μόδα. Το έκανα γιατί αυτά τα όργανα μίλησαν στην καρδιά μου, συνδέθηκαν με τη ζωή μου, με τον παππού μου, με τους δασκάλους μου.
Η πραγματική ενοποίηση δεν γίνεται επειδή είμαστε όλοι στον ίδιο ψηφιακό χώρο. Γίνεται όταν οι άνθρωποι βρίσκονται στον ίδιο πραγματικό χώρο και μοιράζονται συναισθήματα. Η μουσική δεν ενώνει τους πολιτισμούς επειδή μοιάζουν μεταξύ τους, αλλά επειδή, παρόλο που είναι διαφορετικοί, μπορούν να νιώσουν τον ίδιο πόνο, την ίδια χαρά και την ίδια αγάπη. Αυτό είναι κάτι που καμία οθόνη δεν μπορεί να το κάνει από μόνη της.

Μιλήστε μας για τη νέα σας δισκογραφική δουλειά "Between Worlds" που κυκλοφορεί αυτό το διάστημα.
Το Between Worlds είναι για μένα το πιο σημαντικό άλμπουμ της ζωής μου μέχρι σήμερα. Είναι το απόσταγμα όλης της διαδρομής μου. Για να το φτιάξω, είχα τη χαρά να συνεργαστώ με απίστευτους μουσικούς από διαφορετικά μέρη του κόσμου.
Το μεγαλύτερο μέρος του άλμπουμ ηχογραφήθηκε με την Czech Studio Orchestra, μια εκπληκτική συμφωνική ορχήστρα που έδωσε έναν τεράστιο, βαθύ και κινηματογραφικό ήχο στις συνθέσεις μου.
Όμως, δίπλα στην ορχήστρα, ήθελα να υπάρχουν ξεχωριστές, προσωπικές φωνές. Έτσι, συνεργάστηκα με σπουδαίους ανεξάρτητους μουσικούς. Ο Θύμιος Παπαδόπουλος έπαιξε μπανσούρι (το ινδικό φλάουτο), φέρνοντας αυτόν τον μαγικό ήχο της Ανατολής που αγαπώ. Η Βάσω Δημητρίου έπαιξε μαντολίνο—κάτι που με συγκινεί ιδιαίτερα γιατί, όπως σας είπα, μου θυμίζει τον παππού μου. Και ο Bill Hoshal έβαλε τη δική του σφραγίδα στα πνευστά (woodwinds).
Οι ίδιες οι συνθέσεις είναι σαν μικρές ιστορίες. Για παράδειγμα, σε ένα από τα κομμάτια χρησιμοποιώ τον ρυθμό του ζεϊμπέκικου. Ήθελα να πάρω αυτόν τον τόσο βαθύ, εσωτερικό ελληνικό χορό και να τον βάλω να συνομιλήσει με τα κλασικά όργανα της ορχήστρας.
Το άλμπουμ, λοιπόν, ζει ανάμεσα σε αυτούς τους κόσμους: από τη μία ο μεγάλος ήχος της ορχήστρας στην Πράγα, και από την άλλη οι σολίστες με το μαντολίνο, το μπανσούρι και τους ελληνικούς ρυθμούς. Είμαι πάρα πολύ περήφανη για το αποτέλεσμα και ανυπομονώ να το ακούσει ο κόσμος.

Πολλά από τα έργα του άλμπουμ γεννήθηκαν για άλλες μορφές τέχνης. Όταν αποσπώνται από το αρχικό τους περιβάλλον και συνυπάρχουν σε έναν δίσκο, αλλάζει και το νόημά τους;
Tο νόημά τους δεν αλλάζει, αλλά θα έλεγα ότι απελευθερώνεται.
Είναι αλήθεια ότι κάποια από αυτά τα κομμάτια γράφτηκαν αρχικά για παραστάσεις σύγχρονου χορού ή για βίντεο εγκαταστάσεις (immersive video installations). Εκεί, η μουσική ήταν φτιαγμένη για να ζει μέσα σε έναν συγκεκριμένο χώρο, μαζί με την κίνηση των σωμάτων ή τις εικόνες που τύλιγαν τον θεατή.
Όταν όμως αυτά τα έργα βγαίνουν από αυτό το περιβάλλον και μπαίνουν μαζί σε έναν δίσκο, όπως στο Between Worlds, γίνονται τα ίδια οι πρωταγωνιστές. Δεν χρειάζεται πια να βλέπεις έναν χορευτή ή μια οθόνη γύρω σου για να νιώσεις την κίνηση. Όπως λέγαμε και πριν, δεν ακούμε μόνο με τα αυτιά, αλλά με όλο μας το σώμα. Ο ήχος έχει ήδη αυτή την κίνηση μέσα του.
Έτσι, όταν ακούς αυτά τα κομμάτια στον δίσκο, με τα μάτια κλειστά, το νόημα γίνεται ακόμα πιο προσωπικό για τον καθένα. Η μουσική δεν σου δείχνει πια έναν ξένο χώρο, αλλά αφήνει τη δική σου εσωτερική οθόνη ελεύθερη να φτιάξει τις δικές της εικόνες, τα δικά σου συναισθήματα και τις δικές σου αναμνήσεις. Γίνεται ένα ταξίδι καθαρά δικό σου.

Μετά τις εμφανίσεις σας στην Ελλάδα, ποια είναι τα επόμενα σας πλάνα;
Ήδη δουλεύω πάνω σε καινούργια μουσική, την οποία σχεδιάζω να ηχογραφήσω ξανά με μια μεγάλη συμφωνική ορχήστρα.
Παράλληλα, ένας μεγάλος μου στόχος είναι να στείλω και να παρουσιάσω τις συνθέσεις μου σε ορχήστρες σε όλο τον κόσμο. Υπάρχουν χιλιάδες ορχήστρες εκεί έξω, σε κάθε γωνιά του πλανήτη, και για μένα είναι μια μοναδική εμπειρία να κάθομαι ανάμεσα στο κοινό και να ακούω πώς οι διαφορετικοί μουσικοί ερμηνεύουν και ζωντανεύουν τα έργα μου.
Κάθε ορχήστρα έχει τον δικό της τρόπο να αναπνέει, τον δικό της ήχο και τη δική της προσωπικότητα. Το να βλέπω, λοιπόν, τη μουσική μου να ταξιδεύει και να αλλάζει μέσα από τις δικές τους εκτελέσεις είναι κάτι που μου δίνει απίστευτη χαρά και έμπνευση για το μέλλον.