Μιλήστε μας για την σκηνοθετική σας ματιά στο ανέβασμα της παράστασης Φάουστ.
Ξέρετε, ποτέ δεν αποφασίζω εξ αρχής πώς θα ανεβάσω το έργο. Όσες φορές το έκανα, την άλλη μέρα η σκηνή μου υπαγόρευε άλλα πράγματα. Καταργούσε τους προσχεδιασμούς μου και μου έδειχνε άλλα. Μου μιλούσε με έναν αόρατο τρόπο. Βέβαια το πρώτο που κάνω είναι μία ενδελεχής ανάλυση του έργου, στηριγμένη στη συλλογή όλων των γνωστικών στοιχείων που έχω στη διάθεσή μου, καθώς και αυτών που προκύπτουν από προσωπική έρευνα: συγγραφέας, εποχή, νοήματα που προκύπτουν από την αμεσότητα του κειμένου, αναφορές πάνω σε αυτό κλπ. Αυτά όμως αποτελούν ένα θεμέλιο λίθο, πολύ σοβαρό βέβαια, αλλά δεν είναι παρά η αρχή του ταξιδιού. Από εκεί και έπειτα ανοίγει ένας κόσμος μαγικός. Ο χώρος, ο χρόνος, ο ήχος, η εικόνα, το φως, ζωγραφίζουν το νοηματικό εύρος που αποδίδει μέσω του έργου η παράσταση. Όλα αυτά τα νιώθεις στην παλέτα σου και σου μιλάνε ψιθυρίζοντας τον μύθο, τα λόγια, τα νοήματα, που υφέρπουν και αυτά που υπερίπτανται και αυτά που μιλάνε στην ψυχή σου. Η σκηνοθετική ματιά δεν μπορεί να είναι παρά τα νήματα της ψυχής σου που αλληλοπλέκονται με τις ουσίες που τις ενσταλάζει το έργο, έτσι ώστε να γεννιέται μέσα από αυτό το σφιχταγκάλιασμα μία νέα πνοή, κάτι ζωντανό με δική του υπόσταση, αλλά που έχει γονίδια και από τους δύο γονείς. Αυτόν που σε ενέπνευσε αλλά και της ψυχής σου που το γέννησε. Η σκηνοθετική ματιά δεν είναι «αυτό το κάνω έτσι ή αλλιώς», αλλά γιατί το κάνω έτσι ή αλλιώς. Είναι οι μυστικές διαδρομές της κάθε πινελιάς, ή της κάθε νότας που επιλέγεις για να δομήσεις την παράσταση. Και αυτό είναι κάτι που δεν περιγράφεται με λόγια, γιατί ό,τι και να πεις, θα υπολείπεται της δημιουργικής διαδικασίας.
Στο σκηνοθετικό σας σημείωμα αναφέρετε ότι «Ο Φάουστ είναι έργο ζωής του Γκαίτε, με σαφή αυτοβιογραφικά στοιχεία». Ποια είναι αυτά τα αυτογραφικά στοιχεία;
Ο άνθρωπος ζει μία εξωτερική και μία εσωτερική ζωή. Η εξωτερική έχει να κάνει με τα γεγονότα της ζωής του και η εσωτερική με τις βαθύτερες σκέψεις του και τη ματιά του πάνω σε αυτά. Όταν λέω ότι ο Γκαίτε αυτοβιογραφείται, εννοώ ότι εκθέτει τους προσωπικούς του προβληματισμούς, τους δυνατούς και τους αμφιταλαντευόμενους, εκθέτει την προσωπική του βάσανο, την πίστη και τις αμφιβολίες του, τις ανατάσεις και τις καταβυθίσεις του, τον εσωτερικό του διάλογο με τον «Μεφιστοφελή» του. Εκθέτει στάδια της προσωπικής του εσωτερικής διαδρομής, όπου τα πρόσωπα και τα γεγονότα δεν είναι παρά αφορμές που πυροδοτούν τη σκέψη και το στοχασμό του. Αυτό εννοώ όταν λέω «αυτοβιογραφείται».
Σαν σκηνοθέτης προτιμάτε να ανεβάζετε στο θεατρικό σας χώρο κλασσικά έργα. Για ποιο λόγο γίνεται αυτό;
Ανεβάζω ό,τι θεωρώ αξιόλογο να επικοινωνηθεί, ανεξάρτητα από το αν θεωρείται κλασικό ή όχι, ανεξάρτητα από την ταμπελοποίηση των αποτιμήσεών μας. Με ενδιαφέρει το επικοινώνημα να αγγίζει το νου και την καρδιά, να πυροδοτεί τα γνήσια ερωτήματά μας, να ξυπνά ένα είδος λησμονημένης αυτογνωσίας που είναι τόσο απαραίτητη για να είμαστε και να παραμένουμε ζωντανοί.
Ποια είναι η γνώμη σας για τη σύγχρονη δραματουργία; Υπάρχουν πιστεύετε σύγχρονα έργα που μπορουν να γίνουν κλασικά για τις επόμενες γενεές;
Το κλασικό ήταν κάποτε νέο στην εποχή του. Έγινε κλασικό γιατί άντεξε στο χρόνο. Και άντεξε στο χρόνο γιατί δεν ήταν προϊόν ούτε μόδας ούτε μίμησης, αλλά γιατί βρήκε φλέβα. Τη φλέβα της εναγώνιας αναζήτησης του ανθρώπου για απαντήσεις ή προσανατολισμό στα μεγάλα προβλήματα και ερωτήματα που ορθώνονται στη ζωή και τον απειλούν ή τον κάνουν να ελπίζει. Σίγουρα κάποια έργα θα γίνουν φάρος μέσα στο χρόνο που γυρίζει σελίδες στην ιστορία ενώ κάποια από αυτά θα τα καταπιεί η λήθη που περνάει πάνω από την επιφανειακότητα και τη ρηχότητα. Σημασία έχει σε κάθε έργο του χθες και του σήμερα να μπορούμε να διακρίνουμε το βάθος που διαθέτει ή δεν διαθέτει. Και αυτό έχει να κάνει απαραιτήτως και με την δική μας χωρητικότητα, την ευρύτητα των αντιλήψεων και την ποιότητα των προβληματισμών μας, και κυρίως από τη δυνατότητα να αφουγκραζόμαστε την αξία περισσότερο από τον θόρυβο.
Τι είναι αυτό κατά την γνώμη σας που κάνει ένα έργο κλασικό και διαχρονικό;
Απάντησα ήδη. Η αντοχή στο χρόνο δείχνει πως αυτή η επιμονή του έργου να επιλέγεται και να επανέρχεται δεν είναι τυχαία. Δείχνει πως οι πνευματικές ουσίες του είναι οντότητες που αναζητούν να επικοινωνηθούν ακόμα. Δεν έχουν στερέψει. Δεν είπαν την τελευταία τους λέξη. Αλλιώς θα μας ήταν αδιάφορα, ή θα μένανε στο χρονοντούλαπο της ιστορίας σαν αναξιοποίητα. Φαίνεται πως κάποιοι εξελικτικοί νόμοι δρουν ανεξάρτητα από τις αποτιμήσεις των εποχών που επιλέγουν ή δεν επιλέγουν το αξιόλογο, και τα φέρνουν πάλι μπροστά μας. Τα φέρνουν στο σήμερα. Σαν να λένε: «δεν μας καταλάβατε ακόμα». Έρχονται και ξανάρχονται ψάχνοντας συνειδήσεις έτοιμες να τα αξιοποιήσουν για το προχώρημα της πνευματικής ζωής και δυναμώνουν τη φωνή τους σε κάθε πρόσφορη εποχή, σαν κραυγή απόγνωσης στην κωφότητα και την τυφλότητα που ή τα αγνόησε ή τα παρανόησε ή τα διαστρέβλωσε ή τα περιφρόνησε. Είναι οι παραγνωρισμένοι μέντορές μας που η φωνή της αγάπης τους δεν έγινε ακόμα αντιληπτή και επιμένουν να ανοίγουν τις προστατευτικές φτερούγες τους ακόμα. Να σας πω και ένα μυστικό; Αυτά τα έργα φαίνονται να έρχονται από το παρελθόν, αλλά αυτό είναι μια αυταπάτη. Στην πραγματικότητα έρχονται από το μέλλον που κρούει να του ανοίξουμε την πόρτα.
Ο Φάουστ τι κοινό έχει με το σήμερα
Ο Φάουστ είναι ο άνθρωπος που απέκτησε πολλές γνώσεις, σπούδασε φιλοσοφία, ιατρική, θεολογία, αλλά από ό,τι ο ίδιος ομολογεί μέσα στο έργο, η ευτυχία δεν του χτύπησε την πόρτα, γιατί ο ίδιος δεν άνοιγε την καρδιά του. Ζούμε σε μία εποχή που οι γνώσεις είναι στη διάθεση του ανθρώπου όσο ποτέ άλλοτε. Η επιστήμη έχει κάνει άλματα, αλλά ο άνθρωπος φαίνεται να βυθίζεται σε ένα χάος δυστυχίας και διαφθοράς που ούτε στην παρακμιακή αρχαία Ρώμη δεν υπήρχε. Τι ωφελούν όλα αυτά αν δεν εξασφαλίζουν μία καλύτερη ποιότητα ζωής; Αν αυτά δεν φέρνουν τη δικαιοσύνη, την ανθρωπιά, την αγάπη ή την κατανόηση; Αν ζούσε ο Γκαίτε σήμερα θα ένιωθε κατάπληξη για το πόσο επίκαιρο είναι το έργο του και τι προφήτης υπήρξε
Ο Μεφιστοφελής έχει σύγχρονη όψη;
Ο Μεφιστοφελής, όπως λέει και ο ίδιος μέσα στο έργο δεν εμφανίζεται πια ούτε με ουρά ούτε με κέρατα. Οι άνθρωποι όμως δεν το βλέπουν έτσι. Διώξανε τον πονηρό, αλλά απέμειναν οι πονηροί.
Χρυσάνθη Κορνηλίου
