Σκυριανή Αποκριά στο χθες και το σήμερα: το «βάρος του Γέρου»

Γράφει η Δήμητρα Κ. Φραγκούλη, MSc, Υπ. Διδάκτωρ Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας Παν/μίου Αιγαίου- Συγγραφέας. Προϊσταμένη Τμήματος Τεκμηρίωσης και Προστασίας Νεωτέρων Κινητών Μνημείων, Διεύθυνση Νεότερης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, Υπουργείο Πολιτισμού.

 

Για τους Σκυριανούς η Αποκριά είναι από παλιά μια από τις πιο σημαντικές μορφές παράδοσης του νησιού, ένας τρόπος υπερ-τοπικής προβολής του. Πρόκειται για μια όψη της τοπικής ταυτότητας, με πρωταγωνιστές τρία πρόσωπα: τον Γέρο, την Κορέλλα και τον Φράγκο.
Η εθιμική αυτή πρακτική γίνεται αντιληπτή για τον ενωτικό και αυθόρμητό της χαρακτήρα και διακρίνεται από το Καρναβάλι που λαμβάνει χώρα σε άλλες περιοχές της Ελλάδας: δεν αφορά μια επίσημη οργάνωση, νοείται ως ιεροτελεστία, ως «ό,τι προκύψει».
Η ιδιαιτερότητα της Αποκριάς στη Σκύρο, όπως αναφέρει η Amanatidis (2005), έχει να κάνει και με το γεγονός πως φτάνει στο τέλος της το Σάββατο της πρώτης εβδομάδος των Νηστειών, που είναι γνωστό και ως ψυχοσάββατο των Αγίων Θεοδώρων. Η ίδια υποστηρίζει πως η συνολική εμπειρία της Αποκριάς, όπως αυτή βιώνεται από τους συμμετέχοντες στις εκδηλώσεις της, αποτελεί μια σύνθετη διαδικασία πολιτισμικής αναπαραγωγής που χαρακτηρίζεται από δυναμισμό. Επιπλέον, μέσα από το παράδειγμά της μπορούν να γίνουν αντιληπτές οι κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές που συντελούνται στο νησί κατά το πέρασμα των χρόνων (Θεοχαρίδης, 2009).
Ο Γέρος είναι το σύμβολο της ρώμης, της δύναμης, της αντοχής, του ανδρισμού. Μάλιστα, οι λίγες στον αριθμό γυναίκες που από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα έως σήμερα έχουν γίνει -και όχι έχουν ντυθεί- Γέροι φέρεται να έχουν τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Καθ’ όλη τη διαδικασία του εθίμου υπάρχουν ειδικές συνθήκες και απαγορεύσεις όπως, για παράδειγμα, συγκεκριμένος τρόπος δεσίματος των κουδουνιών και τοποθέτησης των ρούχων.
Ιδιαίτερη σημασία και πρωταρχικό μέλημα των Γέρων με έντονο το θρησκευτικό στοιχείο, είναι να ανέβουν στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου και να προσκυνήσουν την εικόνα του Αγίου: «Οι μεγάλοι σε ηλικία Γέροι με τα κουδούνια θα ανέβουν όλο αυτό το δρόμο πάνω στο Κάστρο, θα κάνουν το σταυρό τους θα προσκυνήσουν τη εικόνα στο προαύλιο του Άη Γιώργη και μετά θα ανέβουν απάνω στο μπαλκόνι θα σημάνουν τις καμπάνες, θα συντονίσουν καμπάνα-τροκάνι, καμπάνα-τροκάνι. Τιμούν τον Άγιο και δείχνουν και τη δύναμή τους. Δηλαδή αυτή η σκηνή για μένα είναι τι να σου πω! Δεν κάνουν πρόβες, όλο αυτό είναι αυθόρμητο, δεν το καταφέρουν όλοι να το συντονίσουν αυτό. Μπορεί να δεις και είκοσι και τριάντα Γέρους πάνω στο μπαλκόνι... Και βλέπεις πάνω απ’ το Κάστρο, πάνω απ’ το καμπαναριό, κόσμος, φωτογραφίες! Παλιά βέβαια δεν υπήρχαν τόσοι Γέροι γιατί δεν υπήρχαν στολές, έπρεπε να τα βγάλει ο ένας να τα βάλει ο άλλος. Τα πιο μικρά αγόρια, δημοτικό και γυμνάσιο βάζαν σκέτα τα κουδούνια. Ή άμα δεν είχαν τροκάνια βάζαν τενεκέδια. Από το γάλα το Νουνού ή το Βλάχας τα τρυπούσανε, τα μαζεύαν καιρό, βάζαν μέσα πετραδάτσα. Τώρα όλοι έχουνε κάνει στολές, βαριές στολές» μας πληροφορεί η σκυριανή Κατερίνα.


Οι ντόπιοι δεν αναφέρονται μόνο στο βάρος της αποκριάτικης στολής του Γέρου με τη μαύρη κάπα, τη μάσκα του ζώου και τα κουδούνια, μιλούν για το βάρος του Γέρου σε επίπεδο συμβολικό: « Άμα δουν ένα καλό Γέρο όλοι συγκινούνται. Δηλαδή άνθρωποι που δεν βγαίνουν όλο το χρόνο έξω, μια γιαγιά, ένας παππούς, εκείνη τη μέρα θα ‘βγει. Λέν’ “σαν τ’ σαρακόχ(ι)λοι θα βγουν” όπως βγαίνουν τα σαλιγκάρια άμα βρέξει, ε και αυτοί όταν θα ‘ρθει η Αποκριά θα βγούνε» εξηγεί η Μυρσίνη.
Στις περιγραφές της Αποκριάς από τους ντόπιους προβάλλεται έντονα το συναίσθημα των νέων όταν βλέπουν Γέρους καθώς και ο μιμιτισμός των μικρών παιδιών. Η Μαριάννα αναφέρει σχετικά: «Και ακούς αγόρια που βλέπουν, που παρακολουθούν τους άλλους Γέρους και λένε «ανατρίχιασα, πά να γ’νού». Και τώρα τα τελευταία χρόνια βλέπεις τα μικρά και ανεβαίνουν στον Άη Γιώρ’η. Δημοτικού παιδιά ντυμένα Γεράτσα. Μωρά, με τις Κορέλλες δίπλα. Την τελευταία πενταετία γίνεται αυτό, πριν δεν ανεβαίνανε. Ντυνόταν παλιά Γεράτσα δω στην πλατεία, μες στην αγορά, αλλά στον Άη Γιώρ’η;».

 

Παιδιά που έχουν «γίνει Γέροι» ή όπως οι ντόπιοι χαϊδευτικά αναφέρουν: Γεράτσα,
φωτ. αρχείο κας Ελένης Γαβρίλη

 

 

Κατά την επιτόπια έρευνά μου στη Σκύρο πληροφορητές αναφέρουν πως το έθιμο «Έχει να κάνει με την αναγέννηση της φύσης, δεν είναι τυχαίο αυτό το κούνημα της μέσης, τα λαγόνια ας πούμε που κάνουν, αλλά είναι καταγεγραμμένο ως πράξη αντρειοσύνης στο βίωμα ολονών χωρίς να δείχνει κάτι το πρόστυχο. Το αντίθετο μάλιστα, είναι βίωμα, το βλέπουν από μικρά τα παιδιά πως το κάνουν οι άντρες οι πολύ δυνατοί, οι ικανοί, οι τσαλιμτζήδες ας πούμε… Υπάρχουν παιδάκια που περπατάνε έτσι σε άσχετες φάσεις, όπως περπατάει ο Γέρος… Δεν τους την έδειξε κανείς την κίνηση. Τα βλέπανε. Για να δώσεις σε αυτά όλα τα κουδούνια να βγάλουν ένα άγρια μελωδικό ήχο πρέπει να στρογγυλά να κουνάς το σώμα και μπρος πίσω. Κουνάνε το γοφό τους».
Σε κείμενό του το 1953 ο Φραγκούλης (1959:100-107) βάζει δυο «ξεχασμένα από το Θεό» γεροντάκια (άνω των 90 ετών) να σχολιάζουν με κωμικό τρόπο την περίοδο της Αποκριάς, την απουσία ζωντάνιας των νέων σε σχέση με τα χωρατά που γινόταν στην εποχή τους και το ότι πλέον οι Γέροι δεν έχουν την επιδεξιότητα και την αντοχή των παλαιοτέρων, πριν τον β’ παγκόσμιο πόλεμο. Από την άλλη πλευρά, η Coulentianou (1977:36) υποστηρίζει βασιζόμενη σε μαρτυρία Γέρου πως και μετά τη δεκαετία του 1940 οι Γέροι διατήρησαν τα χαρακτηριστικά της αντοχής και της δύναμής τους. Την εποχή που η ίδια έκανε την έρευνά της για το δρώμενο (1965-1977) κυρίαρχος ήταν ένας λόγος περί ισότητας, ιδίως εντός του εορταστικού πλαισίου. Απόδειξη του παραπάνω ήταν πως προϋπόθεση του να γίνει κάποιος Γέρος θεωρούταν, ασχέτως από την καταγωγή ή το επάγγελμα, η σωστή αίσθηση του ρυθμού, η αντοχή και κυρίως η λεβεντιά (ό.π.:29).

skyros3

 

 

Μια μικρή Κορέλλα, φωτ. αρχείο κας Ελένης Γαβρίλη

 

 

Ο Θεοχαρίδης (2009:234) μας πληροφορεί πως δεν παρατηρεί κατά τη διάρκεια της επιτόπιας έρευνάς του στη Σκύρο στα μέσα της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα μεγάλες αλλαγές στην εικόνα του τελευταίου τριημέρου της Αποκριάς, σε σχέση με τη περιγραφή της από την Coulentianou τη δεκαετία του 1970. Μόνη εξαίρεση το πλήθος των ξένων, Αθηναίων-Σκυριανών και Ελλήνων τουριστών που συνωστίζονται στην πλατεία και στο δρόμο της αγοράς. Ο ίδιος υποστηρίζει πως έχει υποβιβαστεί ο ρόλος του Φράγκου, σαν προστάτης-γελωτοποιός, ενώ συνήθως η Κορέλλα που συνοδεύει τον Γέρο είναι νεαρή κοπέλα και σπανίως άντρας.
Κατά τη διάρκεια του τριημέρου, οι ντόπιοι, ιδίως οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, πολλές φορές καταλαμβάνουν πρώτες θέσεις στην αγορά ή τον κεντρικό δρόμο του Χωριού για να μπορούν να δια-κρίνουν και να σχολιάσουν το πώς θα εμφανιστεί η κάθε ομάδα, τις επιδόσεις των Γέρων και τον τρόπο με τον οποίο θα χτυπήσουν τα κουδούνια τους, τις κινήσεις που θα κάνει η Κορέλλα και τα κωμικά καμώματα του Φράγκου αλλά και για να τους χαιρετίσουν, να τους προσφέρουν ποτά ή ακόμη -κυρίως τα μικρά παιδιά- και να τους ακολουθήσουν μιμούμενοι, τρέχοντας και πετώντας τους κομφετί.

Βιβλιογραφικές Αναφορές

Amanatides, A. (2005). “Coming into being”: metaphors of self and becoming in Carnival on the Aegean Island of Skyros. University of Adelaide, Discipline of Anthropology (Διδακτορική διατριβή).

Coulentianou, J. (1977). The Goat-Dance of Skyros, εκδ. Ερμής, Αθήνα.

Θεοχαρίδης, Α. (2009). Υλικός πολιτισμός, Κοινωνική Οργάνωση και Μνήμη Κειμήλια και αντικείμενα «λαϊκής τέχνης και χειροτεχνίας» στη Σκύρο και η κυκλοφορία τους μέσα και έξω από τα όρια του τοπικού. Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου (Διδακτορική διατριβή).

Φραγκούλης, Α. (1959). Σκυριανοί Αντίλαλοι. Πουριά, Σκύρος.

Προτεινόμενη Βιβλιογραφία
Αμανατίδη, Α.; Πανόπουλος, Π. (κείμενα), Blau, D. (φωτογραφίες) ; Feld, S. (CD+DVD). (2011). Skyros Carnival, Santa Fe. New Mexico: VoxLox.

Μανδηλαρά, Α. (2014). Το λαϊκό δρώμενο της Τράτας στη Σκύρο: Μνήμες και επιδράσεις στην πολιτισμική ταυτότητα της τοπικής κοινωνίας, εκδ. Αρμός, Αθήνα.

Το άρθρο στηρίζεται στην επιτόπια έρευνα της γραφούσης στη Σκύρο στο πλαίσιο της διδακτορικής διατριβής της.
Ευχαριστίες στην κυρία Μυρσίνη Αλεξάνδρου-Μανδηλαρά και στον κύριο Δημήτριο Σωτηρίου.