Γράφει η Έφη Τρομπούκη
Χθες είδα στον ύπνο μου ότι ήμουν λέει μέσα στο δάσος και άκουγα τα πουλάκια καθισμένη σε μία πέτρα δίπλα στο ποτάμι. Άκουγα το κελάρισμα του νερού και τον αέρα να φυσάει ανάμεσα στα δέντρα. Ο κόσμος όλος γύρω μου μοσχοβολούσε πεύκο και μυρωδιές της άνοιξης και οι ακτίνες του ήλιου διαπερνούσαν το πυκνό φύλλωμα των δέντρων και μου ζέσταιναν το πρόσωπο. Ένοιωθα τόσο πλήρης . Τόσο ευτυχισμένη. Σαν όλη μου η ύπαρξη να είχε βρεί επιτέλους τον προορισμό της.
Ύστερα ξύπνησα. Θυμήθηκα τις φωτιές που κατάκαψαν την Ελλάδα πέρυσι το καλοκαίρι. Θυμήθηκα τον φόβο, τον θυμό, την απόγνωση. Το μαύρο φόντο που αντικρύζω κάθε φορά που φτάνει το καράβι στο λιμάνι. Την ελπίδα μου ότι ίσως κάποιο από τα δέντρα του άλλοτε περιαστικού δάσους σώθηκε. Κάποιο ίσως πρασινίσει ξανά.
Το καλοκαίρι που πέρασε πήγα σε μια ομιλία που διοργανώθηκε για το πένθος. Ακαδημαϊκοί από όλο τον κόσμο ήρθαν και μίλησαν για τό πώς η ανθρωπότητα σε όλη την διάρκεια της ιστορίας πενθούσε την απώλεια . Πόσο κοινός είναι ο θρήνος όχι μόνο στους ανθρώπους αλλά και σε όλα τα θηλαστικά. Τόνισαν οτι ο σύγχρονος άνθρωπος αποφεύγει το πόνο και κατ’ επέκταση τον θρήνο. Οι σύγχρονες κοινωνίες δεν θρηνούν την απώλεια. Δεν έρχονται σε επαφή με αυτά “τα δυσάρεστα συναισθήματα”. Προχωρούν παρακάτω σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Τα ΜΜΕ ως μέσο καταιγιστικών πληροφοριών δεν επιτρέπoυν το να σταθούμε σε ένα γεγονός. Να το αφομοιώσουμε , να το επεξεργαστούμε.
Στην Ελλάδα δεν ξέρω πόσες απώλειες ακόμα θα αντέξουμε για να συνειδητοποιήσουμε ότι πρέπει να σταθούμε στον θρήνο. Να μείνουμε στην απώλεια των όσων χάσαμε και χάνουμε καθημερινά. Η ζωή μας έχει μετατραπεί σε μια σειρά συνεχόμενων απωλειών. Δεν θρηνούμε άλλο τα Τέμπη, την Βιολάντα, το Μάτι, την καταστροφή του γεωργικού και ζωϊκού μας κεφαλαίου, την καταπάτηση του δικαιώματος της στέγασης ,της εργασίας, της υγείας, της παιδείας. Την απώλεια όλων όσων κερδήθηκαν από τους προηγούμενους απο εμάς με αγώνα και αίμα. Την επιβολή της “πρόοδου” και του νεοφιλέλευθερου οικονομικού συστήματος σε κάθε πτυχή του καθημερινού μας βίου . Ταυτόχρονα η πίεση να πάμε παρακάτω να ξεχάσουμε , να κάνουμε σαν να μην συνέβη τίποτα γίνεται ακόμα πιο έντονη και επιτακτική.
Στην Ελλάδα μετά τις φωτιές “πήγαμε παρακάτω”. Παρά τις διαβεβαιώσεις των εκπροσώπων ότι θα δοθεί βοήθεια στους πληγέντες, ότι θα γίνει προσπάθεια αναγέννησης του τόπου δεν έγινε απολύτως τίποτα. Ο περισσότερος κόσμος το δέχτηκε. Έκανε πως ξέχασε. Ίσως περίμενε να κάνει κάτι κάποιος άλλος. Θέλει θάρρος να συνειδητοποιήσεις ότι σου κάηκε το σπίτι. Ότι σε αφήσανε στο έλεος της πύρηνης λαίλαπας. Ότι το δάσος αυτό δεν θα ξαναγεννηθεί στην διάρκεια της δικής σου ζωής. Ότι παραλίγο να καείς εσύ και οι αγαπημένοι σου άνθρωποι.
Πόσο μάταια μου ακούγονται τώρα όλα αυτά τα τσιτάτα και τα κλισέ που ειχαν κατακλύσει εκείνες τις ημέρες τα σόσιαλ μίντια ότι θα ξαναπρασινίσει ο τόπος .Ότι θα γίνουν δράσεις αναδάσωσης. Ότι δεν θα αφεθούν στην μοίρα τους οι άνθρωποι που κάηκαν οι περιουσίες τους.‘Οταν βλέπω στα καμμένα να αναγείρονται νέες μοντέρνες κατοικίες και το άλλοτε πράσινο που περιτριγύριζε την πόλη να αντικαθίσταται από οικόπεδα. Πόσο υποφέρω όταν βλέπω τα δάση που απέμειναν να κόβονται αργά και συστηματικά για να μην εμποδίζονται τα καλώδια της ΔΕΗ , για να ανεγερθούν και άλλες μονοκατοικίες έξω απο τον αστικό ιστό.
Και εκεί που κάποτε έμεναν τα δέντρα. Έμεναν τα πουλιά. Ακούγονταν τα νερά που περνούσαν ανάμεσα στις πέτρες τώρα βλέπει κανείς μόνο καταστροφή και οι ψίθυροι του δάσους σαν πένθιμο τραγούδι θα θυμίζουν στους περαστικούς αυτό που ανεπιστρεπτί έφυγε. Άκλαυτο. Χωρίς να το θρηνήσει κανείς.