Χαραγμένη στην μνήμη όλων είναι η σπουδαία καλλιτεχνική προσφορά του τεράστιου ηθοποιού Κώστα Καζάκου που πριν λίγες μέρες έφυγε να πάει να βρει την Τζένη.
Θέλω να αναφέρω την ιστορική του πρωτοβουλία χάρη στην οποία ανέβηκε η παράσταση: Το μεγάλο μας τσίρκο του Ιάκωβου Καμπανέλλη στις 22 Ιουνίου του 1973, στα χρόνια της Δικτατορίας.
Εκεί ακούστηκε για πρώτη φορά το σύνθημα: Ψωμί-παιδεία-ελευθερία, προσημαίνοντας την ιστορική εξέγερση του Πολυτεχνείου. Ο Καζάκος ήξερε να κάνει την τέχνη εποικοδόμημα της κοινωνίας όσο και ιδεολογική της ανάκλαση. Δεν υπήρξε ποτέ ένας ορθόδοξος δογματιστής της παράταξης, είχε πάντα μια πρωτοποριακή διαλεκτική που μπορούσε να αφομοιώσει κάθε καλλιτεχνικό ερέθισμα.
Χάρη σε αυτόν, η τέχνη έγινε πολιτικοποιημένη σε μια περίοδο που κάποιοι πάσχιζαν να την καταστήσουν απολιτίκ. Χτυπούσε ανελέητα την Χούντα με τα ίδια της τα όπλα: την σάτιρα, τον ιδεολογικό όσο και κρυπτικό λόγο. Η παρωδία του Μεγάλου μας τσίρκου που ξέφυγε της τότε λογοκρισίας, χάρη στο έξυπνο χιούμορ του έργου, κατάφερε αλληγορικά να διατρέξει όλη την ιστορία της Ελλάδας: από την επανάσταση μέχρι και την μικρασιατική καταστροφή. Συνεπώς, μπόρεσε να δείξει τις ανοιχτές πληγές του ελληνισμού και της κλυδωνιζόμενης μόνιμα δημοκρατίας.
Στον Καζάκο υπήρχε η παιδεία του κλασικού θεάτρου συνδυασμένη με την μεταμοντέρνα εκδοχή των βαθύτερων καλλιτεχνικών του αναζητήσεων. Σφυγμομετρούσε την κοινωνία, ακινητοποιούσε την τρέχουσα ιστορική στιγμή μεταφυτεύοντάς την αυτούσια στον θεατρικό του καμβά. Έθετε το παρελθόν στην καλλιτεχνική προοπτική του μέλλοντος, διεκδικώντας την οικουμενικότητα, όπως αυτή εδραιώνεται μέσα σε ένα συμπαγές κλίμα κοινωνικής αλληλεγγύης.
Υπήρξε αγωνιστής στο έπακρο όσο και μάχιμος ιδεαλιστής στο βωμό του κοινωνικού κολεκτιβισμού. Πάνω από όλα, ήταν πνευματικός ταγός που πάσχιζε μέσα από την δυναμική του δράση να εδραιωθεί μια πολυεπίπεδη κοινωνία. Ο αόρατος πλέον θίασος του Μεγάλου μας τσίρκου, με την Καρέζη, τον Καζάκο και τον Παπαγιαννόπουλο θα περιοδεύει ατέρμονα στην αιωνιότητα, καταγγέλλοντας την όποια μορφή κοινωνικής παθογένειας.
Δρ. Κοσμάς Κοψάρης, κριτικός.