Μιχάλης Κατσαρός - μια παρουσίαση

Στις 21 Νοεμβρίου 1998 σε ηλικία 79 ετών έφυγε από τη ζωή ο σπουδαίος ποιητής Μιχάλης Κατσαρός.

 

[επιμέλεια: Παναγιώτης Χαλούλος]

«Όταν»

Όταν ακούω να μιλάν για τον καιρό
όταν ακούω να μιλάνε για τον πόλεμο
όταν ακούω σήμερα το Αιγαίο να γίνεται ποίηση
να πλημμυρίζει τα σαλόνια
όταν ακούω να υποψιάζονται τις ιδέες μου
να τις ταχτοποιούν σε μια θυρίδα
όταν ακούω σένα να μιλάς
εγώ πάντα σωπαίνω.

Όταν ακούω κάποτε στα βέβαια αυτιά μου
ήχους παράξενους ψίθυρους μακρινούς
όταν ακούω σάλπιγγες και θούρια
λόγους ατέλειωτους ύμνους και κρότους
όταν ακούω να μιλούν για την ελευθερία
για νόμους ευαγγέλια για μια ζωή με τάξη
όταν ακούω να γελούν
όταν ακούω πάλι να μιλούν
εγώ πάντα σωπαίνω.

Μα κάποτε που η κρύα σιωπή θα περιβρέχει τη γη
κάποτε που θα στερέψουν οι άσημες φλυαρίες
κι όλοι τους θα προσμένουνε σίγουρα τη φωνή
θ’ ανοίξω το στόμα μου
θα γεμίσουν οι κήποι με καταρράχτες
στις ίδιες βρώμικες αυλές τα οπλοστάσια
οι νέοι έξαλλοι θ’ ακολουθούν με στίχους χωρίς ύμνους
ούτε υποταγή στην τρομερή εξουσία.

Πάλι σας δίνω όραμα.

Στις 21 Νοεμβρίου 1998 σε ηλικία 79 ετών έφυγε από τη ζωή ο σπουδαίος ποιητής Μιχάλης Κατσαρός. Ανήκει στους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Ο Μιχάλης Κατσαρός γεννήθηκε το 1919 στην Κυπαρισσία Μεσσηνίας, έζησε στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, όπου τον βρήκε ο πόλεμος του 1940, ενώ το 1941 επέστρεψε στην Αθήνα. Έζησε όλα τα δραματικά γεγονότα του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, έδωσε μάχες μέσα από τις γραμμές της ΕΠΟΝ, του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ και της Εθνικής Αντίστασης. Βασανίστηκε άγρια, όταν τον παρέδωσαν συνεργάτες των Γερμανών στην Γκεστάπο, βασανίστηκε και στις φυλακές «Χατζηκώστα». Έλαβε μέρος και στα Δεκεμβριανά, όπου γνώρισε τον Μίκη Θεοδωράκη και ανέπτυξαν στενούς φιλικούς δεσμούς. Υπηρέτησε στην ελληνική αεροπορία και μετά τον πόλεμο ασχολήθηκε με διάφορα επαγγέλματα προς βιοπορισμό. Στην ποίησή του εξέφρασε την ανησυχία και την απογοήτευσή του για όσα ακολούθησαν με τον εμφύλιο πόλεμο.

«Ο Μιχάλης Κατσαρός, που αγωνίστηκε πολύ νέος μέσα από τις γραμμές της ΕΠΟΝ, του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, που βασανίστηκε από τους Γερμανούς, που έδωσε το "παρών" στα Δεκεμβριανά, πίστεψε πολύ νέος, γελάστηκε πολύ νέος, τραυματίστηκε ψυχικά πολύ νέος, κατέγραψε τον καημό όλης αυτής της Ιστορίας στην ποίησή του πολύ νέος» σημειώνει ο Άρης Μαραγκόπουλος στην έκδοση του βιβλίου «Μιχάλης Κατσαρός, Μείζονα Ποιητικά», εκδόσεις Τόπος.

Με το ποίημα «Όταν» ο ποιητής καυτηριάζει τον εφησυχασμό των αρχών της δεκαετίας του 1950. Ο ίδιος σιωπά απέναντι στην ανοησία των συγχρόνων του, που προσπαθούν να επανέλθουν στις νοοτροπίες της εποχής που προηγήθηκε του πολέμου, ενώ αριστεροί διώχθηκαν, οι επαναστατικές ιδέες αποσιωπήθηκαν.

Έτσι, όπως στο ποίημα «Όταν» με σαφή αναφορά στον Οδυσσέα Ελύτη με τους στίχους «όταν ακούω σήμερα το Αιγαίο να γίνεται ποίηση/να πλημμυρίζει τα σαλόνια», στο ποίημά του «Μέρες 1953» απευθύνεται προσωπικά στον γνωστό ποιητή Τάσο Λειβαδίτη:

…………………..
Πάψε τους ύμνους σου αστέ ποιητή Έλληνα Λειβαδίτη
για έρωτες σπίτια και ηρεμία
όσο ανθρώπινα κι αν είναι.
Αύριο θ’ αναγκαστείς να φωνάξεις
όπως άλλοτε μαζί μου θάνατος στους τυράννους.
Αύριο που η ζωή θα μας σφίγγει θα βγεις με την κορούλα σου στους δρόμους
γεμάτος απορία μέσα στις φλόγες και
δεν θ’ αναγνωρίζεις τίποτα.
Έλα μαζί μου.
…………………..
Από τα πιο γνωστά είναι το ποίημά του «Η διαθήκη μου», με τις χαρακτηριστικές επιταγές:

Αντισταθείτε
σ’ αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι
και λέει: καλά είμαι εδώ.

Αντισταθείτε σ’ αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι
και λέει: Δόξα σοι ο Θεός.
Αντισταθείτε
στον περσικό τάπητα των πoλυκατοικιών
στον κοντό άνθρωπο του γραφείου
στην εταιρεία εισαγωγαί- εξαγωγαί
στην κρατική εκπαίδευση
στο φόρο
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Αντισταθείτε
σ’ αυτόν που χαιρετάει απ’ την εξέδρα ώρες
ατέλειωτες τις παρελάσεις
…………………..
ως και σε μένα, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ
αντισταθείτε.

Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την
Ελευθερία.

Όταν το ποίημα δημοσιεύθηκε το 1953 στην εφημερίδα “Δημοκρατικός Τύπος” του Τάκη Σοφιανόπουλου, ο εκδότης δεν μπόρεσε να αντέξει τον πύρινο λόγο του Κατσαρού και αποφάσισε να λογοκρίνει το ποίημα, κόβοντας στίχους. Ο Κατσαρός επανήλθε με το

«Υστερόγραφο»

Η διαθήκη μου πριν διαβαστεί – καθώς διαβάστηκε –
ήταν ένα ζεστό άλογο ακέραιο.
Πριν διαβαστεί
όχι οι κληρονόμοι που περίμεναν
αλλά σφετεριστές καταπατήσαν τα χωράφια.
Η διαθήκη μου για σένα και για σε
χρόνια καταχωνιάστηκε στα χρονοντούλαπα
από γραφιάδες, πονηρούς συμβολαιογράφους.
Αλλάξανε φράσεις σημαντικές
ώρες σκυμμένοι πάνω της με τρόμο.
…………………..
Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν.

***
Είναι αλήθεια πως ο Μιχάλης Κατσαρός ήταν μια ζωή ανένδοτος αγωνιστής και δεν συμβιβαζόταν με τον εφησυχασμό των συγχρόνων του και μάλιστα των ομοτέχνων του, που αποδέχτηκαν τον χαρακτηρισμό «γενιά της ήττας», εφόσον μάλιστα μετά και τον εμφύλιο, που τον έζησε στα Δεκεμβριανά στις μάχες στους δρόμους της Αθήνας, η δημοκρατία δεν ήταν δεδομένη, με τις διώξεις των αριστερών, τις φυλακίσεις, εξορίες και εκτελέσεις ή πολιτικές δολοφονίες (π.χ. Νίκος Μπελογιάννης, Σωτήρης Πέτρουλας, Γρηγόρης Λαμπράκης κ.α. πολλοί). Επέλεξε τον αγώνα άνευ ορίων και όρων, όπως έχει γραφεί. Η απροθυμία του να υποταχθεί σε οποιαδήποτε σύμβαση, τον οδήγησε σε μια μοναξιά, αφού και οι πρώην σύντροφοί του στο ΚΚΕ στάθηκαν απέναντί του, επειδή άσκησε κριτική στο καθεστώς της Σοβιετικής Ένωσης, για την οποία μοναξιά σημειώνει ο ίδιος: «Εγώ είχα χαθεί μέσα στο ταραγμένο πλήθος / μόνος μου / σα νάμουνα η φωνή του».

Θεώρησε, λοιπόν, ότι χρέος των ποιητών, όπως ο Τάσος Λειβαδίτης, που εκτοπίστηκε και φυλακίστηκε επίσης στη Μακρόνησο, στον Αη Στράτη κι από κει στις φυλακές Χατζηκώστα στην Αθήνα, δεν δικαιολογείτο να γράφει "για έρωτες σπίτια και ηρεμία/όσο ανθρώπινα κι αν είναι", αλλά να αντιδρά επαναστατικά. Με τέτοιες απόψεις επόμενο ήταν για τον Ελύτη να θεωρούσε ότι η ποίησή του ήταν ποίηση ενός αστού για ...τα σαλόνια!

Ο ίδιος δεν μπόρεσε να συμβιβαστεί ούτε με τη θέση στο υπουργείο, που του εξασφάλισε ο Μίκης, όταν έγινε υπουργός Πολιτισμού, άντεξε μόλις τρεις μέρες!...

  • Μικρό απόσπασμα, από τη συνέντευξη στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο στη LIFO, 21-11-2022:

«……………..
— Κύριε Κατσαρέ, συζητιέται πολύ πως καλλιεργείτε κάποιαν εκκεντρικότητα...

Να σας πω τι καλλιεργώ τώρα: είχα μια πλήρη γλάστρα, δίχως τίποτα, με κάτι γράμματα που 'χα χαράξει πάνω –την είχα στο παράθυρο μου. Τη φύλαξα αυτή τη γλάστρα που μου άρεσε πολύ (λόγω των γραμμάτων που έλεγαν κάτι στίχους μου) –τη φύλαξα είκοσι χρόνια. Και τώρα, έπαθε κάτι το τρομερό: χωρίς να φυτέψω τίποτα επέταξε μια μολόχα! Αυτό είναι το πρόβλημα μου!
— Είναι και δικό μου: είχα κι εγώ μια γλάστρα που 'βγαλε τσουκνίδες.

Δεν είχατε γράψει κάτι πάνω∙ γι' αυτό!... Μολόχα, ξέρετε τι θα πει; Θα πει: Γράμμα Θεού πάνω σε χώμα...Δεν ξέρω τι θα πει «εκκεντρικός». Λένε εκκεντρικό κάποιον επειδή έχει μαλλιά, επειδή φοράει ένα κασκέτο, επειδή…
— Νομίζετε ότι το έργο σας έχει εκτιμηθεί σωστά;

Το εχρησιμοποίησαν! –είχαν κέρδη απ' αυτό. Ως και το «L' etat c'est moi» είπαν οι Λουδοβίκοι.

— Αυτό θα σας πείραξε.

Όχι! Γιατί να με πείραζε; Το χρησιμοποίησαν για καλό, στην ανθρωπότητα. Το διάβασαν, το μετέφρασαν, το πήγαν στο Λονδίνο, στο Παρίσι, στη Μόσχα, διδάχτηκε στο πανεπιστήμιο του Λονδίνου, της Μόσχας, μεταφράστηκε στη Νέα Υόρκη, στα γαλλικά, στα σπανιόλικα, γράφτηκε μουσική και παίχτηκε από Γερμανούς συνθέτες, με καντάτες, στο Βερολίνο* – δεν το περιποιήθηκαν το έργο μου;
……………..»

*(Το «Κατά Σαδδουκαίων» παρουσιάστηκε μελοποιημένο από Γερμανό συνθέτη στο “Κουήν Ελίζαμπεθ Χωλ”, στο Σάουθ Μπανκ του Λονδίνου.
Τα ποιήματα «Όταν», «Μέρες 1953» και «Η διαθήκη μου» μαζί με το «Υστερόγραφο» βρίσκονται στη γνωστή συλλογή του «Κατά Σαδδουκαίων», 1953. Ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε τα ποιήματα της συλλογής και τα παρουσίασε πρώτα στα γερμανικά στο Ανατολικό Βερολίνο και μετά στα ελληνικά στο Ηρώδειο)

  • Το σκίτσο του ποιητή είναι του Δημήτρη Κακουλίδη, από το οπισθόφυλλο του βιβλίου ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ, ΚΑΤΑ ΣΑΔΔΟΥΚΑΙΩΝ, εκδ. θεμέλιο, Αθήνα 1983 (στ΄ έκδοση)