Γράφει η Έφη Τρομπούκη
Το περασμένο καλοκαίρι καλέστηκα σε ένα σπίτι στον προσφυγικό συνοικισμό της πόλης που μένω. Μέρα γιορτής. Γιόρταζε η πολιούχος του συνοικισμού της οποίας την εικόνα μετέφεραν οι Έλληνες πρόσφυγες όταν εκδιώχθηκαν από τα Μικρασιατικά Παράλια.
Λένε ότι στις 14 Οκτώβρη πριν από χρόνια βγήκαν κάποιοι ψαράδες στα ανοιχτά να ψαρέψουν όταν έπιασε ξαφνικά κακοκαιρία. Ο αέρας ήταν τόσο δυνατός και τα κύματα τόσο μεγάλα που οι ψαράδες δεν έβρισκαν τρόπο να γυρίσουν πίσω και απελπισμένοι επικαλέστηκαν την Αγία για να τους σώσει. Τότε εμφανίστηκε σύμφωνα με τις διηγήσεις ολοζώντανη , άνοιξε την αγκαλιά της και προστάτεψε τις βάρκες από την καταιγίδα. Από τότε μέχρι και σήμερα μαζεύονται κάθε χρόνο στις 27 Ιούλη, την ημέρα της γιορτής της, για να τιμήσουν την μνήμη της. Διοργανώνονται εκδηλώσεις με παραδοσιακούς χορούς, οι τοπικοί άρχοντες δίνουν το παρόν, μαζεύεται πλήθος κόσμου. Μνημονεύεται η περίοδος που εκατοντάδες Ελλήνων αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τον τόπο τους βίαια και να μετακινηθούν προς τα νησιά του βορειανατολικού Αιγαίου και την ηπειρωτική Ελλάδα. Οι κάτοικοι που ο καθένας τους έχει να σου πει μια προσωπική ιστορία προσφυγιάς που σημάδεψε την δική του οικογένεια ανάβουν κεριά στην μνήμη των νεκρών τους και ευχαριστούν την Αγία που γλίτωσε τους προγόνους τους και τους βοήθησε να βρουν καταφύγιο σε τούτον εδώ τον τόπο.
Εκείνο το βράδυ είχαμε αποφασίσει να καθίσουμε στο μπαλκόνι μια φίλης που κοιτάει το λιμανάκι του συνοικισμού και να παρακολουθήσουμε το πανηγύρι που όπως κάθε χρόνο αποτελεί την κορύφωση του καλοκαιριού. Τα όργανα ακόμα δεν είχαν ξεκινήσει όμως ο κόσμος είχε ήδη αρχίσει να συρρέει προς το λιμανάκι και ο δρόμος είχε γεμίσει κίνηση και αυτοκίνητα. Η ατμόσφαιρα ήταν εορταστική. Στο μπαλκόνι χαζολογούσαμε και σχολιάζαμε τους περαστικούς πίνοντας το κρασάκι μας και τρώγοντας τα μεζεδάκια που είχε ετοιμάσει η οικοδέσποινα όταν ξαφνικά ακούστηκε από το διπλανό μπαλκόνι φασαρία. Άνθρωποι στην θάλασσα!!Τρέξαμε στα κάγκελα του μπαλκονιού και έκπληκτοι είδαμε μια φουσκωτή βάρκα με περίπου είκοσι πέντε μετανάστες να προσεγγίζει το λιμανάκι που επρόκειτο να γίνει το εν λόγω πανηγύρι. Μετανάστες. Οι μορφές τους φαίνονταν να χωρούν μετά βίας στην μικροσκοπική φουσκωτή βάρκα κάνοντας απέλπιδες προσπάθειες να προσεγγίσουν με κάποιον τρόπο την στεριά. Η βάρκα υπό το βάρος τόσων ανθρώπων φαίνονταν έτοιμη να γεμίσει νερά ενώ κινούνταν με δυσκολία μια δεξιά και μια αριστερά με κίνδυνο να πέσει στον κυματοθραύστη και να ρίξει στην θάλασσα τους ταλαίπωρους επιβαίνοντες.
Σοκαρισμένη παρακολουθούσα την ιστορία να επαναλαμβάνεται βλέποντας ανθρώπους δυστυχισμένους να προσπαθούν να βρουν σωτηρία με όποιον τρόπο μπορούσαν. Σκέφτηκα πως όπως άλλοτε οι παππούδες μας πέθαναν σε αυτά τα νερά αναζητώντας καταφύγιο έτσι και τώρα γυναίκες άντρες και παιδιά συνεχίζουν να διασχίζουν αυτή την θάλασσα με την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Αναρωτιόμουν αν η Αγία θα κάνει πάλι το θαύμα της. Θα ανοίξει τις αγκάλες της και θα υποδεχτεί και αυτούς τους βασανισμένους ανθρώπους παρότι ανήκουν σε μια άλλη θρησκεία. Σκεφτόμουν αν υπάρχει πραγματικά πατρίδα για τους απελπισμένους αυτή της γης όταν τις σκέψεις μου διέκοψε η αναστάτωση από το διπλανό μπαλκόνι. Μια γυναίκα εμφανώς δυσαρεστημένη φώναζε με θυμό. Οι μετανάστες θα μας χαλάσουν το πανηγύρι! Αυτό μας έλειπε τώρα! Είχε βγάλει το κινητό της τηλέφωνο και πληκτρολογούσε τον αριθμό της αστυνομίας. Δεν πρόφτασε να τελειώσει τον λόγο της και το λιμενικό σκάφος είχε ήδη έρθει να οδηγήσει την βάρκα προς το λιμάνι της πόλης. Το συμβάν έληξε γρήγορα και εμείς παρά την έκπληξη και το σοκ σύντομα γυρίσαμε στην συνέχεια της εορταστικής μας βραδιάς. Το πανηγύρι έγινε κανονικά και η γυναίκα από το διπλανό μπαλκόνι θα πρέπει να ανακουφίστηκε. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης δεν έγραψαν ούτε μια γραμμή για το περιστατικό το οποίο φαίνεται να κλείστηκε και αυτό όπως και πολλά άλλα στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.