Ευρωεκλογές 2024, 50 χρόνια μεταπολίτευσης, γίναμε “Ευρώπη”;
γράφει η Βασιλική Παπαγεωργίου, Εθνολόγος- Κοινωνική Ανθρωπολόγος, Δρ
* Αχ Ευρώπη
Εσύ μας μάρανες
Μας τη φέραν οι βάρβαροι
Μας θαμπώσαν με δώρα
Με χαντρούλες πολύχρωμες
Και κουτιά κόκα κόλα
στίχοι από το τραγούδι του Τζίμη Πανούση, Αχ Ευρώπη. (Μουσικές Ταξιαρχίες, 1985 - Hard core. )
Οι ευρωεκλογές αυτή τη χρονιά συμπίπτουν με τα 50 χρόνια από τη μεταπολίτευση. Κατά τα πρώτα χρόνια της τρίτης ελληνικής δημοκρατίας, η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ αποτελεί μια κομβική εξέλιξη και σηματοδοτεί την αρχή μιας νέας εποχής για τη χώρα. Η Ελλάδα μέσα στην, και σε σχέση με την Ευρώπη, ως ζήτημα διαμφισβητούμενο και προβληματισμός που ενσωματώνει ποικίλες ανησυχίες, διαμορφώνεται σε άξονα που διατρέχει τις πολιτικές και ιδεολογικές ζυμώσεις και αναζητήσεις της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, όπως εκφράζονται στη δημόσια σφαίρα, ιδίως κατά τη διάρκεια των διαφόρων επεισοδίων έντασης/ αμφισβήτησης σχετικά με το δυτικοευρωπαϊκό “ανήκειν”.
Στην πραγματικότητα η Ευρώπη μας καθορίζει και γίνεται ο συμβολικός τόπος με τον οποίο συγκρινόμαστε ή αναμετρόμαστε σε συνθήκες δομικής ανισότητας και υποτέλειας, από αρχής μάλιστα συστάσεως του ελληνικού κράτους κατά το 19ο αιώνα. Αυτή η ιστορικά διαμορφωμένη κατάσταση, που παράγει συγκρούσεις και διχαστική λογική γύρω από τη θέση μας στη δύση/ Ευρώπη, έχει αναδειχτεί από τον ανθρωπολόγο Michael Herzfeld, γνωστό για το εκτεταμένο έργο του πάνω στην Ελλάδα, ο οποίος έχει προτείνει το μοντέλο της “δισημίας” για την ανάλυση της νεοελληνικής ταυτότητας (για μια επισκόπηση στο έργο του βλ. εδώ). Εξάλλου, ο ίδιος αργότερα διεύρυνε αυτόν τον προβληματισμό, με την εισαγωγή του αναλυτικού όρου της “κρυπτο-αποικίας” που εφαρμόζει στην ελληνική περίπτωση. Η κρυπτο-αποικία αποτυπώνει την εξάρτησή από την Ευρώπη, η οποία θέτει διαρκώς, τόσο τους όρους πρόσληψης της νεοελληνικής ταυτότητας, όσο και τους περιορισμούς/ συμβιβασμούς στην κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας που προσανατολίζεται στις αποικιοκρατικές της στοχεύσεις (στην ίδια προβληματική και αναλυτική οπτική βλ. το άρθρο μου «Ανάκαμψη και Ανθεκτικότητα στην κρυπτοαποικία: πολιτισμικές διαστάσεις της εξάρτησης», περιοδικό Ατέχνως, εδώ).
Η δισημική ταυτότητα και η λογική της δυαδικότητας αναπτύσσονται εκεί όπου μία ισχυρή πολιτική δομή (η ευρωπαϊκή ηγεμονία) καθορίζει το σχήμα της επίσημης πολιτισμικής ταυτότητας. Το μοντέλο της δισημίας αφορά στις εντάσεις που δημιουργεί σε άτυπα αλλά και θεσμικά πλαίσια η αντίληψη του εαυτού μέσα από τα μάτια των Ευρωπαίων και η ιδέα ότι η ευρωπαϊκή εικόνα της Ελλάδας (“Ελληνική” – όπως αποκαλείται στο σχήμα του Herzfeld –, με την έννοια της σύνδεσής της με τον ένδοξο αρχαιοελληνικό παρελθόν) μας εντάσσει στα ευρωπαϊκά πλαίσια την ίδια στιγμή που η ανατολίτικη (“Ρωμαίικη”, αποκαλείται στο ίδιο σχήμα), μας αποκλείει. Έτσι, δύο πολιτισμικοί κώδικες, οργανώνουν αντίστοιχα δύο όψεις της ταυτότητας, τη “Ρωμαίικη”/ Ανατολή και την “Ελληνική”/ Δύση, που χρησιμοποιούνται πότε αντιθετικά και πότε συμπληρωματικά: η πρώτη είναι η οικεία, η “δική μας” αίσθηση του εαυτού, κατάλληλη για ενδοσκόπηση, και κυρίως εσωστρεφείς επιτελέσεις, ενώ η δεύτερη, είναι η ευρωπαϊκή, αποδεκτή από το δυτικό βλέμμα, κατάλληλη για αυτοπαρουσίαση και εξωστρεφή πλαίσια. Η χρήση των αντιθετικών αυτών κωδίκων δεν είναι απόλυτα διακριτή σε αντίστοιχα πλαίσια και μπορεί να εναλλάσσεται ανάλογα με τις περιστάσεις.
Στη συνέχεια θα αναφερθώ σε, και θα υπογραμμίσω, δύο κυρίως περιπτώσεις ή χρονικές στιγμές έντασης, που πήραν τη μορφή αντίδρασης και εναντίωσης στην Ευρώπη και στην ένταξή μας στην ευρωπαϊκή κοινότητα. Αυτό θα το κάνω, προκειμένου στο τέλος να αποτιμήσω συγκριτικά τη σημερινή κατάσταση που έχει διαμορφωθεί μέσα στις νέες συνθήκες τής (μετά την κρίση covid) εποχής του ταμείου ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και τις αντιλήψεις και προσδοκίες γύρω από τη νεοελληνική ταυτότητα.
Η πρώτη περίπτωση αφορά την αμφισβήτηση της Ευρώπης κατά τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, και ιδιαιτέρως κατά τη δεκαετία του ’80, που εκφράστηκε μέσα από προϊόντα της δημοφιλούς κουλτούρας, στην τηλεόραση, τη διαφήμιση και τον κινηματογράφο. Πρόκειται για μια αμφισβήτηση που τροφοδοτήθηκε από τις πάγιες θέσεις της εποχής της τότε αριστεράς (ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ και λοιπές δυνάμεις του χώρου) με συνθήματα όπως «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο».
Αναφέρω ως ενδεικτικό παράδειγμα την παραγωγή του 1981 «Είσαι στην ΕΟΚ, μάθε για την ΕΟΚ». Η ταινία αποτελεί μια απολαυστική σάτιρα με έντονο το στοιχείο της ειρωνείας και των υπερτονισμένων γκροτέσκων καταστάσεων, που αναδεικνύουν ότι η Ευρώπη είναι τόπος απ’ όπου πηγάζουν δεινά, αρνητικές επιδράσεις και ολέθρια αποτελέσματα για την ελληνική οικονομία. Η “Ευρώπη” σε αυτή την εκδοχή είναι επικίνδυνη και μας “ξεγελά”. Την ίδια περίπου εποχή, μια άλλη γνωστή ταινία, «ο Λαλάκης ο εισαγόμενος», πραγματεύεται ευρηματικά τη σαγήνη και τον μιμητισμό που προκαλεί ο “ανώτερος” ευρωπαϊκός τρόπος και τα εισαγόμενα καταναλωτικά ήθη στην επαρχιώτική, “κλειστή” ελληνική κοινωνία. Η είσοδος στην ΕΟΚ αποτελεί την αρχή κακών που οι Έλληνες, όπως θέλει να δείξει το φιλμ, δεν αντιλαμβάνονται, καθώς παρασύρονται από το φανταχτερό περιτύλιγμα της καταναλωτικής φρενίτιδας. Η ταινία συνοδεύει την, επίσης πασίγνωστη ως σήμερα, τηλεοπτική καμπάνια με τίτλο «Ο επιμένων ελλη-νικά».
Μια διαφορετική, αλλά στο ίδιο ενάντιο πνεύμα, εκδοχή της σχέσης μας με την Ευρώπη, σε ένα σκηνικό πόλωσης και ακραίας πολιτικής έντασης, έχουμε πολύ πιο πρόσφατα, με την οικονομική κρίση και την επιβολή των μνημονίων. Τα “κινήματα των πλατειών” του 2011, αλλά και –λίγα χρόνια μετά – το δημοψήφισμα του 2015, συνέβαλαν στην συγκρότηση ενός λόγου (discourse) που έθεσε ρητά το ζήτημα της ευρωπαϊκής κυριαρχίας και εκμετάλλευσης, σε ένα πλαίσιο ιεραρχικών σχέσεων αποικιοκρατικού τύπου που συναρθρώνει τις χώρες στην Ε.Ε.
Στην πρώτη περίπτωση, των προϊόντων της δημοφιλούς κουλτούρας, κατά την αρχή της μεταπολίτευσης και μέσα στη δεκαετία του '80, έχουμε μια τυπική εκδοχή της εσωστρέφειας και του “οικείου” λόγου – σύμφωνα με το δισημικό μοντέλο –, που αναγνωρίζει –και, τρόπον τινά, υπερασπίζεται – με υπαινιγμούς, ειρωνεία, χιούμορ, μεταφορές και άλλες τροπές του λόγου, το “δικό μας” σε αντιπαράθεση με το “ευρωπαϊκό”. Η “πολιτισμική οικειότητα” (όρος που έχει επίσης χρησιμοποιηθεί από τον Herzfeld), παράγει έναν χώρο ενδοσκόπησης, για το εγχώριο κοινό στο οποίο απευθύνεται, αλλά, επίσης, και άμυνας ή/και ενδυνάμωσης, που ωστόσο διατηρείται στο επίπεδου του άτυπου (όχι κατάλληλου για την προς τα έξω εικόνα μας).
Στην δεύτερη περίπτωση, της εποχής της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων, οι συνθήκες είναι διαφορετικές. Η εναντίωση στην Ευρώπη παίρνει κινηματικό, πιο πολιτικό και επιθετικά εξωστρεφή χαρακτήρα, και ενώνεται με τις φωνές παρόμοιων κινημάτων σε άλλες χώρες της Ευρώπης, ιδιαιτέρως της ομάδας των λεγόμενων P.I.G.S. Η οικεία γνώση εδώ χρησιμοποιείται με τόλμη, τόσο για ενδοσκόπηση, όσο και για εξωστρεφείς επιτελέσεις αυτοπαρουσίασης, αφού η δημοσιότητα που παίρνουν οι μορφές αυτές διαμαρτυρίας, που προβάλλονται σε παγκόσμιο επίπεδο, είναι τεράστια.
Σε αυτήν, επίσης, την περίπτωση αμφισβητείται η ευρωπαϊκή ηγεμονία, αλλά όχι συλλήβδην το ευρωπαϊκό εγχείρημα: η Ελλάδα δεν αποκλείεται μάλλον από τη σύνδεσή της με τον δυτικοευρωπαϊκό πόλο, όταν προκρίνονται οι έννοιες της δημοκρατίας και της ισότητας, και, έτσι, προτείνεται η εκδοχή μιας Ευρώπης δίκαιης, που δεν θα εφαρμόζει βία και εκμετάλλευση. Κατά μια έννοια, η Ελλάδα αποκτά, σε μια σύντομη και φευγαλέα χρονική συγκυρία, το δικαίωμα αυτού που νουθετεί την Ευρώπη, υποδεικνύοντάς της πώς πρέπει να είναι… και δείχνει πως δεν επιθυμεί απαραίτητα να απωλέσει τον ευρωπαϊκό της προσανατολισμό (εξαίρεση αποτελούν συγκεκριμένες δυνάμεις της αριστεράς π.χ. το ΚΚΕ, που σταθερά διατυπώνουν το αίτημα για έξοδο και αποδέσμευση από την ΕΟΚ/ ΕΕ).
Έχει προηγηθεί το 2010, η ιστορική πλέον φράση του Θεόδωρου Πάγκαλου «μαζί τα φάγαμε», κάνοντας λόγο για την διαφθορά και τις πελατειακές σχέσεις που πολιτικοί και πολίτες εφάρμοσαν, συγκάλυψαν, ανέχτηκαν. Η δήλωση αυτή αποτέλεσε, σε μια κρίσιμη στιγμή για την οικονομία της χώρας, που μόλις έχει υπογράψει το πρώτο μνημόνιο και τη σύμβαση με το ΔΝΤ, την επιτομή ενός λόγου “πολιτισμικής οικειότητας”, δημόσιας, δηλαδή, αναγνώρισης του κακού οικείου μας εαυτού με τα ελαττώματα του “ανατολίτη καραγκιόζη”: πρόκειται δηλαδή για την όψη του δισημικού μοντέλου που αναγνωρίζουμε μεταξύ μας, αλλά δεν θέλουμε να φαίνεται προς τα έξω. Κάτι τέτοιο, βέβαια, καταφάσκει στον κυρίαρχο ευρωπαϊκό λόγο που μας αποδίδει το στερεότυπο του ελλειμματικού, οπισθοδρομικού παρία, που υστερεί στην ανάπτυξη. Τα κινήματα των “από τα κάτω” που ακολούθησαν στη συνέχεια, όπως είδαμε περίπου ανάμεσα στο 2011 και το 2015, σαφώς εκδήλωσαν την διαφωνία τους με μια τέτοια πολιτική θέση, και αρνήθηκαν έναν δημόσιο διάλογο που ακριβώς θα συνέχιζε την υποτελή εξάρτηση της Ελλάδας.

Πηγή εικόνας: https://camerastyloonline.wordpress.com/2015/07/03/megalh-synaylia-sto-syntagma-gia-to-oxi
Και στις δύο, πάντως, περιπτώσεις που αναφέρθηκαν, επινοούνται και εκφράζονται τρόποι αντίδρασης στην ευρωπαϊκή εικόνα των Ελλήνων ως περιφερειακών, υποδεέστερων εταίρων, ή/και “κακομαθημένων παιδιών”, που είτε χρειάζονται καθοδήγηση και νουθεσία – ιδίως τα πρώτα χρόνια – είτε τιμωρία και συμμόρφωση – στα χρόνια των μνημονίων. Αναπτύσσεται ο οικείος λόγος που επιτρέπει να εκφραστεί το “δικό μας”, σε αντίθεση με αυτό που επιθυμούν να δουν ή να επιβάλουν οι άλλοι σε εμάς ως αποδεκτή ή απορριπτέα ταυτότητα. Στην πρώτη περίπτωση, των πρώτων χρόνων της ένταξης, διατηρείται πιο έντονα η αυτοαναφορική ενδοσκόπηση, και η “απόσταση” από την Ευρώπη. Στη δεύτερη περίπτωση, της πενταετίας 2010-2015, το πολιτικό πρόταγμα της εναντίωσης μοιάζει να είναι πιο ανοιχτό στην ιδέα της Ευρώπης: απορρίπτει τον εξουσιαστικό της χαρακτήρα, αποκαλύπτοντάς τον, και, άρα, επιχειρώντας να φέρει την Ευρώπη στα μέτρα των δικών μας αντιλήψεων για μια ισότιμη, δημοκρατική κοινότητα κρατών.
Ωστόσο, τα επόμενα χρόνια, μετά από το δημοψήφισμα και κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, φαίνεται ότι απορροφώνται οι δυσαρέσκειες, και αμβλύνεται η οξύτητα της κινηματικής αντίστασης, με την απατηλή πεποίθηση ότι μια αριστερή διακυβέρνηση θα διαχειριστεί την κατάσταση προς όφελος της Ελλάδας και θα αντιμετωπίσει την εχθρική διάθεση της ΕΕ και των άλλων θεσμών της καταδυνάστευσής μας.
Η κατάσταση αυτή συνεχίζεται και με τη διάδοχη δεξιά κυβέρνηση (από το 2019 και – αφού έχει μεσολαβήσει η κρίση covid – ως σήμερα), που, κατά τη γνώμη μου, κομίζει ένα νέο επεισόδιο στη σχέση μας με την Ευρώπη. Σε αυτήν τη φάση απουσιάζει η ένταση/ σύγκρουση, και η εξωστρεφής πλευρά του ελληνικού εαυτού (η ευρωπαϊκή, “ελληνική” – κατά το σχήμα του Herzfeld–) ξεδιπλώνεται. Τι σημαίνει αυτό πρακτικά, θα δείξω στη συνέχεια.
Οι εκφράσεις αυτοαναφορικής και οικείας ενδοσκόπησης στη δημόσια σφαίρα τείνουν σχεδόν προς εξαφάνιση, και αυτό, πράγματι συνιστά μια νέα κατάσταση. Η “Ευρώπη” έχει κατισχύσει ως εικόνα του “επιθυμητού”, από την οποία η Ελλάδα είναι πάντοτε ελλειμματική και σε υστέρηση. Όμως, πλέον, δεν μας “κουνά το δάκτυλο” η Ευρώπη, αλλά εμείς οι ίδιοι στους εαυτούς μας. Εμείς διαπιστώνουμε την υστέρηση, εμείς επικαλούμαστε τις χαμηλές μας θέσεις και τις κακές επιδόσεις σε δείκτες και στατιστικές αναλύσεις πάντοτε της Ε.Ε. (σε μισθούς, δείκτες εκπαίδευσης, δείκτες ευτυχίας, απονομή δικαιοσύνης κ.λπ.), αλλά και τις τιμωρίες που μας επιβάλλονται γι' αυτό. Είμαστε οι ίδιοι, που επιθυμούμε την ενσωμάτωσή μας στον “ευρωπαϊκό δρόμο”. Έχοντας απο- πολιτικοποιήσει ή απο- ιδεολογικοποιήσει την Ευρώπη, με άλλα λόγια την έχουμε “μυθοποιήσει” – κατά τη έννοια του α λα Μπαρτ μύθου –, την καθιστούμε μια οντότητα στην οποία είναι “φυσικό” να ανήκουμε και από την οποία αντλούμε ασφάλεια και έλεγχο που είναι προς δικό μας όφελος.
Η Ευρώπη, έτσι, προκύπτει ως το πολιτικά και πολιτισμικά ιδεατό, και έχει απεκδυθεί, στο σύνολο του κυρίαρχου πολιτικού λόγου, τον εξουσιαστικό της ρόλο. Η αποικιοποίηση του δημόσιου λόγου και της δημόσιας σφαίρας μέσω μιας γλώσσας τεχνοκρατικής και ευφημισμένης (που βρίσκουμε σε διακηρύξεις και κείμενα για την πράσινη ανάπτυξη, τη συμπερίληψη, τη δικαιοσύνη, την ψηφιακή διακυβέρνηση, την απασχόληση κλπ.), συμβάλει στην αδυναμία να κατανοηθούν οι σύγχρονες πολιτικές στο πλαίσιο ενός επιθετικού νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Επιπλέον, η καταστροφή των ζωτικών πόρων οικονομικής επιβίωσης των λαϊκών στρωμάτων, όπως στην περίπτωση των αγροτών που πουλούν την πλούσια γη τους έναντι της στροφής σε μια οικονομία των “γεωργικών υπηρεσιών”, δηλαδή, για εγκατάσταση φωτοβολταϊκών, τοποθετεί την Ευρώπη στη θέση του “σωτήρα”, που, μέσω προγραμμάτων ή άλλων παρεμβάσεων, θα βοηθήσει την ελληνική οικονομία να ανακάμψει.
Χαρακτηριστική αυτής της αντίληψης για την Ευρώπη, είναι η πρόσφατη επιστολή του πρωθυπουργού στην Κοµισιόν για τις τιμές των προϊόντων “με στόχο να ανοίξει ένα “ευρωπαϊκό µμέτωπο” εναντίον των πολυεθνικών και της ακρίβειας. Η ίδια ιδέα αποτυπώνεται και στις αιτιάσεις πολλών, που βλέπουμε π.χ. στα social media, για το πόσο άδικο είναι το IKEA, ή η τάδε πολυεθνική να πουλά πιο ακριβά στην Ελλάδα σε σύγκριση με άλλες χώρες της Ευρώπης. Αποσιωπώντας, βέβαια, έτσι, πως είναι οι ευρύτερες πολιτικές που ευνόησαν την κατίσχυση των πολυεθνικών με αποτέλεσμα τη διάλυση των τοπικών εγχώριων αγορών και οδήγησαν στο κλείσιμο χιλιάδων μικρών επιχειρήσεων. Στο ίδιο πνεύμα αναπτύσσεται η αντίληψη ότι οι “μικροί” (αυτοαπασχολούμενοι, ελεύθεροι επαγγελματίες), φοροδιαφεύγουν συστηματικά, γιατί είναι “κακομαθημένοι” και έχουν μάθει να κλέβουν το κράτος, σε αντίθεση πάλι με την Ευρώπη που δε συμβαίνει αυτό.
Γενικότερα συμπεραίνουμε, ότι στη διάρκεια της μεταπολίτευσης φθίνει ο κριτικός και αντισυστημικός λόγος στο πολιτικό πεδίο, αλλά και στην λαϊκή κουλτούρα. Η οργή δεν στρέφεται απέναντι στην Ευρώπη που θέτει τους όρους προς τον “απείθαρχο μαθητή”, αλλά, αντίστροφα, προς τον τελευταίο αυτόν, γιατί ακριβώς αποδεικνύει – κάτι που μας προσήπτε πάντα η πρώτη – την ντροπιαστική του υστέρηση.
Εκλείπει σταδιακά, ή βρίσκεται στο περιθώριο, ή δεν αρθρώνεται επαρκώς, ένας λόγος (discourse) ενάντιος, από το φόβο της επίκρισης για οπισθοδρόμηση. Χαρακτηριστικά θέτω εδώ προς ενίσχυση του επιχειρήματος ή για την αρχή μιας συζήτησης, την οδηγία της Ε.Ε. για την επιδοτούμενη καταστροφή των ελληνικών καϊκιών που πλήττει μια οικονομία τοπική και μια αντίστοιχα κοινωνική και πολιτισμική ζωή που βασίζεται σε αυτήν. Αφού έχει προηγηθεί το καθοριστικό αυτό πλήγμα, ακολουθούν πλέον σήμερα οι πολιτικές της μουσειοποίησης της πολιτιστικής κληρονομιάς της ξυλοναυπηγικής τέχνης. Αυτή είναι μια διαδικασία κυριαρχίας, πειθαρχίας και ελέγχου που δεν αναγνωρίζεται ως τέτοια, ενώ το αντίθετο, κερδίζει χώρο η πολιτική της μουσειοποίησης ως φυσική και ηθικά αποδεκτή κατάσταση.
Συνεπώς, φαίνεται πως η μία όψη της νεοελληνικής ταυτότητας που διατάσσεται με τον ευρωπαϊκό πόλο, και αποτελεί επιτέλεση τού τι καταφέρνουμε να αποδείξουμε ως προς τον εκσυγχρονισμένο δυτικό τρόπο ζωής, έχει κερδίσει έδαφος. Η άλλη όψη δεν εξαφανίζεται, αλλά δυσκολεύεται να εκφραστεί, και, κυρίως, με πολιτισμικά δημιουργικούς τρόπος, που θα διεκδικούσαν, τόσο μορφές αντίστασης, όσο και πρακτικής επιβίωσης στους σύνθετους και δύσκολους όρους που θέτει συνεχώς η σύγκλιση με τα ευρωπαϊκά πρότυπα.
Η Ευρώπη με τα κείμενα, τις συνθήκες, τις διακηρύξεις και άλλα σχετικά μέσα επιβολής, θέτει την έγκυρη γλώσσα, τις κυρίαρχες έννοιες και τους όρους που συγκροτούν το λόγο της ανάπτυξης (της απασχόλησης, της διαχείρισης των κρίσεων κ.ο.κ) και εμείς δεν είναι δυνατό να εκφέρουμε τον αντί-λογο που θα μας επιτρέψει να διατηρήσουμε ζωτικό χώρο για την ύπαρξή μας, ιδιαίτερα εκεί που είναι απαραίτητος, στα λαϊκά στρώματα των ευάλωτων (π.χ. άνεργοι, άνθρωποι της περιφέρειας, ψηφιακά αναλφάβητοι), που δεν έχουν φωνή και εκπροσώπηση. Κι αυτό αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, μια κρίσιμη “κρίση ταυτότητας”, με την έννοια, όμως, της κατίσχυσης του ενός πόλου έναντι του άλλου (το οικείο, “δικό” μας στοιχείο, η “Ρωμαίικη/ανατολίτικη” όψη του δισημικού μοντέλου), και της συντριβής του, καθώς χάνει το νοηματικό του πλαίσιο, τη δύναμη και τη λαϊκή του ζωντάνια. Πλέον, η Ευρώπη μάς επινοεί ως “ισότιμους εταίρους” και η νέα κυρίαρχη και έγκυρη γλώσσα μάς ορίζει και μάς ταξινομεί ως, διαιρεμένο σε κατηγορίες, στατιστικό πληθυσμιακό μέγεθος που χρήζει διαχείρισης και ρύθμισης.

Γελοιογραφία: Σκουλάς Ηλείας, (1927-2014), www.greekcomics.gr
Με άλλα λόγια, η Ελλάδα των επάλληλων κρίσεων που έχουν διαρκέσει πάνω από 10 χρόνια, παραμένει σε καθεστώς εξάρτησης – κρυπτοαποικίας, όπως διατύπωσε ο Herzfeld . Το κακομαθημένο παιδί, ο κουτοπόνηρος ανατολίτης, και ο εξωτικός “άλλος” των αρχαίων ερειπίων και του λαογραφικού φολκλόρ, έχει μετατραπεί σε θετικό παράδειγμα και πειθαρχημένο μαθητή, που κομίζει τη μεταμοντέρνα του ετερότητα στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Υστερούμε βέβαια, και πάλι, αλλά δεν πειράζει: σημασία έχει η καλή μας θέληση: ναι, θέλουμε να γίνουμε “Ευρώπη”...
