Ρόλοι ελέγχου, επιτελέσεις κυριαρχίας, συμβάντα βίας: οι εντεταλμένοι και οι κανόνες του παιχνιδιού

γράφει η Βασιλική Παπαγεωργίου, Εθνολόγος- Κοινωνική Ανθρωπολόγος, Δρ

 

Στο πρωτοποριακό και εξαιρετικά επιδραστικό έργο του Η παρουσίαση του εαυτού στην καθημερινή ζωή [Erving Goffman, The Presentation of Self in Everyday Life, 1959, ελλ. έκδοση 2006, μετάφραση Μαρία Γκόφρα, Αθήνα: Αλεξάνδρεια] ο Έρβινγκ Γκόφμαν εισηγείται την δραματουργική προσέγγιση για την ανάλυση της κοινωνικής ζωής. Σύμφωνα με αυτήν, η ανθρώπινη δράση λαμβάνει χώρα σε πλαίσια κοινωνικής ζωής/ κοινωνικές εγκαταστάσεις – με κατ’ εξοχήν παράδειγμα τους εργασιακούς χώρους– που μπορεί να νοηθούν ως “σκηνικά”, όπου δύο μέρη, οι “ερμηνευτές” και το “κοινό”, αλληλεπιδρούν επιτελώντας οριοθετημένους και λίγο πολύ προβλέψιμους ρόλους. Χρησιμοποιώντας, δηλαδή, ορολογία από τη θεατρική γλώσσα, ο Γκόφμαν θεωρεί τις κοινωνικές εγκαταστάσεις υπό το πρίσμα ενός “σκηνικού”, όπου παρουσιάζεται από τους δρώντες, – τόσο στο προσκήνιο όσο και στο παρασκήνιο –, η “παράσταση”, η οποία με τη σειρά της έχει διαμορφωθεί με συγκεκριμένα και αναμενόμενα χαρακτηριστικά, μέσα από τη θεσμοθετημένη πρακτική και την ειδική κατά περίσταση τελετουργία που έχει καθιερωθεί στο πέρασμα του χρόνου.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η έμφαση που δίνει ο Γκόφμαν στη διατήρηση της τάξης, που είναι δυνατή χάριν στην τήρηση προδιαγεγραμμένων κανόνων, –των κανόνων “του παιχνιδιού”, να το πούμε μεταφορικά – τους οποίους γνωρίζουν οι δρώντες. Παράλληλα, ο Γκόφμαν ενδιαφέρεται για τα οριοθετημένα κοινωνικά πλαίσια, όπου δρώντες με θεσμοθετημένη εξουσία (π.χ. αστυνομικοί, υπάλληλοι ελεγκτές, φύλακες, και διαφόρων ειδών υπάλληλοι της διοικητικής γραφειοκρατίας) είναι ακριβώς οι εντεταλμένοι να την επιβάλλουν και να απαιτήσουν (ως “ερμηνευτές” αυτοί από το κοινό) την ορθή και επίσημη εκδοχή μιας κατάστασης.

Στο ίδιο βιβλίο, μεταξύ των πολλών άλλων παραδειγμάτων που παρατίθενται, αναφέρεται το εξής περιστατικό επιτέλεσης ρόλων με όρους δραματουργίας που χαρακτηριστικά αναφέρεται σε μια τέτοια περίπτωση, δηλαδή, των, όπως αποκάλεσα εδώ, εντεταλμένων για έλεγχο “ερμηνευτών”. Κατά τη διάρκεια, λοιπόν, ενός ελέγχου της αμερικανικής υπηρεσίας στρατονομίας, οι στρατονόμοι σταματούν επιτακτικά το στρατιωτικό τζιπ στο οποίο επέβαινε ένας στρατηγός με τη σύζυγό του, ενδεδυμένοι με ανεπίσημη περιβολή. Με την ενθουσιώδη βεβαιότητα ότι θα σημειώσουν μια σειρά από παραβάσεις, ζητούν έγγραφα, το φύλλο πορείας κλπ. Κι ενώ ετοιμάζουν το ποινολόγιό τους, ανακαλύπτουν με έκπληξη, ότι αυτός που ελέγχουν είναι υψηλόβαθμος στρατιωτικός, αφού αντικρίζουν το πηλίκιο που είχε στην κατοχή του. Αίφνης, υποχωρούν θεαματικά από την αρχική αυστηρότητα, και παραιτούνται από το “έργο”, σχεδόν απολογούμενοι που δεν αναγνώρισαν εξαρχής την ιδιότητα του ανωτέρου τους (ό.π. σελ. 224).

Στο παράδειγμα αυτό η αλληλόδραση ακολουθεί κάποιους τυπικούς κανόνες που συνηθίζεται να εφαρμόζονται σε ένα καθιερωμένο τελετουργικό ελέγχου και το περιστατικό δεν καταλήγει σε ένταση. Οι “ερμηνευτές” ελεγκτές παίζουν το “ρόλο” τους, ως ένα σημείο με την προσήκουσα αυστηρότητα, και έπειτα υπαναχωρούν καθώς στο πρόσωπο που ελέγχουν αντιλαμβάνονται μια θέση εξουσίας τόσο ισχυρή που δεν θα τους επέτρεπε να συνεχίσουν το “έργο”. Παίζουν πάντοτε ένα ρόλο, και αυτός εξαρτάται όχι μόνο από την εξουσία που έχουν γι' αυτά που πρέπει να κάνουν, αλλά και από τον άνθρωπο με τον οποίο αλληλεπιδρούν. Οι ελεγκτές φοβούνται για τις ενδεχόμενες δυσάρεστες συνέπειες που θα μπορούσε να επιφέρει η ευλαβική, από τη μεριά τους, τήρηση των κανόνων. Οι κοινωνικές (και ιεραρχικές στον κοινωνικό χώρο) θέσεις των δρώντων πάντοτε έχουν ειδικό βάρος στην αλληλεπίδραση, τόσο για τον τρόπο που παρουσιάζουν οι ίδιοι τον εαυτό τους, όσο και για το τι αναμένουν οι άλλοι από αυτούς.

Σε γενικές γραμμές η συμπεριφορά των εντεταλμένων υπαλλήλων (αστυνόμοι, ελεγκτές μέσων μεταφοράς, εφοριακοί κ.λπ.), μπορεί να έχει μια φόρμα που ακολουθεί μια συγκεκριμένη γραφειοκρατία. Οι εντεταλμένοι υπάλληλοι διατάσσονται για ρόλους που διαμορφώνονται από τη δομή του οργανισμού από τον οποίο εξαρτώνται. Οι ρόλοι, δηλαδή, αντλούν τη θεσμική τους εξουσία από αυτόν τον οργανισμό και η επιτέλεσή τους είναι απαραίτητη προκειμένου να διατηρηθεί μια ορισμένη τάξη δια του ελέγχου που ασκούν.

Η θεωρητική ματιά του Γκόφμαν μας επιτρέπει να περάσουμε από τη δομή και την ανάλυση μακροεπιπέδου, στο καθημερινό και στην διαπροσωπική αλληλόδραση, στην ανάλυση, δηλαδή, μικροεπιπέδου, όπου εκφράζονται και αποτυπώνονται οι τρόποι που τα υποκείμενα αντιλαμβάνονται τον κοινωνικό κόσμο και τη θέση τους σε αυτόν, οι τρόποι που εμπεδώνουν τις σχέσεις εξουσίας, ποια είναι επίσης τα επιτρεπτά όρια δράσης σε κάθε διαπραγμάτευση και οι δυνατότητες εναλλακτικών επιτελέσεων. Για παράδειγμα, ας σκεφτούμε τον τροχονόμο που σταματάει τον οδηγό χωρίς κράνος ή γιατί δε φορούσε ζώνη. Μπορεί να τηρήσει την προβλεπόμενη διαδικασία, αλλά ενδέχεται να είναι πιο ευέλικτος και επιεικής, αν ο παραβάτης, π.χ., τύχει να είναι γνωστός, ή υπό άλλες συνθήκες, ας πούμε ενδεικτικά, είναι στο τέλος της βάρδιάς του, έχει ήδη δώσει αρκετές κλήσεις κ.λπ. Μπορούμε επίσης να σκεφτούμε και άλλες εκβάσεις του έργου, για παράδειγμα ο παραβάτης να απευθυνθεί στον τροχονόμο υβριστικά κι ο τελευταίος να τον συλλάβει κ.ο.κ.

Το προαναφερθέν παράδειγμα, όσο και αυτό από το βιβλίο του Γκόφμαν, δείχνει ότι το “έργο” δεν είναι ποτέ το ίδιο. Ως εκ τούτου, σκηνικά καθημερινής ρουτίνας και προδιαγεγραμμένης αλληλόδρασης δεν είναι δύσκολο να μετατραπούν σε σκηνικά έντασης, όπου απρόσμενα περιστατικά βίαιων επιτελέσεων μπορούν να λάβουν χώρα. Αυτή είναι η περίπτωση πολλών αλληλοδράσεων που καταγράφονται σε δημόσιους χώρους στο πλαίσιο κοινωνικών διευθετήσεων αστυνομικού – συνήθως– ελέγχου. Στον ελληνικό χώρο δεν σπανίζουν τέτοια περιστατικά βίας. Αναφέρω εδώ ενδεικτικά την καταγγελία πριν λίγες ημέρες, ότι κατά τη διάρκεια ελέγχου από τα ΤΑΕ (Τμήματα Αστυνομικών Επιχειρήσεων) Σούδας, ο ελεγχόμενος άντρας ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου (βλ. σχετικό ρεπορτάζ). Εξάλλου, στην ίδια προβληματική μπορεί να ενταχτεί το πρόσφατο, επίσης, περιστατικό με μεγάλο αντίκτυπο στη δημόσια σφαίρα, κατά το οποίο, επιβάτης, ευρισκόμενος επί του καταπέλτη πλοίου προς αναχώρηση, απωθήθηκε βίαια από μέλη του πληρώματος, που τού αρνήθηκαν την είσοδο, με αποτέλεσμα τον θάνατό του. (βλ. σχετικό ρεπορτάζ).

39interrogationii

 

 

Interrogation II, 1981, Leon Golub (πηγή εικόνας)

 

 

 

 

Η δραματουργική προσέγγιση του Γκόφμαν ανοίγει έναν αναλυτικό δρόμο, θεμελιωμένο θεωρητικά για την ερμηνεία αυτού του κοινωνικού φαινομένου, μακριά από ηθικούς αφορισμούς και αναφορές σε επικράτηση του – υποτιθέμενα – εγγενούς κακού, που γενικότερα καταλαμβάνουν τη δημόσια σφαίρα. Οι δρώντες στα παραδείγματα του κειμένου, εκλαμβάνονται ως κοινωνικά υποκείμενα που, όπως σκιαγραφήθηκε αντλώντας από το έργο του Γκόφμαν, στο πλαίσιο της κοινωνικής αλληλεπίδρασης, έχουν ρόλους θεσμικής εξουσίας επαλήθευσης και ελέγχου. Καθώς όμως (κάτι που επίσης υπογράμμισα ήδη), το “έργο” δεν είναι ποτέ το ίδιο, τα όρια της βίας που θα ασκηθεί, και φυσικής/ σωματικής, και/είτε συμβολικής/ λεκτικής, συναρτώνται τόσο από τις δομικές όσο και από τις συγκυριακές συνθήκες της αλληλόδρασης. Έτσι, για παράδειγμα, αστυνομικοί μπορεί να είναι περισσότερο προδιατεθειμένοι να εξαντλήσουν όλο το τυπικό και την αυστηρότητα ενός ελέγχου σε άτομα μειονοτικών και άλλων ευπαθών ομάδων (στις ΗΠΑ χαρακτηριστικά υπάρχει καταγεγραμμένο ιστορικό επεισοδίων βίας των αρχών απέναντι σε μαύρους έναντι λευκών πολιτών, ενώ στην Ελλάδα αυτή η προδιάθεση εμφανίζεται απέναντι στους Ρομά).

Αλλά, επίσης, ο βαθμός της βίας είναι συνάρτηση της πίστης στην θεσμική εξουσία που έχουν ενσωματώσει οι δρώντες. Η πίστη στην εξουσία που εκχωρείται, ιδιαίτερα σε επαγγέλματα όπως των αστυνομικών ή των φυλάκων, θεμελιώνεται μέσα από εκπαιδεύσεις και διάφορες τεχνικές πειθάρχησης που είναι εμπεδωμένες στην κουλτούρα του κάθε δημόσιου ή ιδιωτικού οργανισμού/ εταιρείας. Πρόκειται, δηλαδή, για τη συγκρότηση του εντεταλμένου υπαλλήλου ως υποκειμένου, – ανατρέχοντας και στην φουκωική γραμμή ανάλυσης–, πειθήνιου και, με μια έννοια, υποταγμένου στο ρόλο που τάσσεται να εκπληρώσει. Με αυτόν τον τρόπο, οι ρόλοι πρέπει να επιτελούνται με τη δέουσα προσήλωση και πίστη στην αλήθεια που εκφράζουν, εξ’ αιτίας του φόβου αποσυντονισμού και, άρα, καταστροφής της αναμενόμενης “παράστασης”. Γι’ αυτό μπορεί να παρατηρηθεί αντίφαση ανάμεσα στην “παρασκηνιακή” αυτοαναφορικότητα των ερμηνευτών, που επιτρέπει ακόμη και την σφοδρή ειρωνική στηλίτευση ή διακωμώδηση του “έργου” που τους έχει ανατεθεί, την ίδια στιγμή που στο “προσκήνιο” φροντίζουν αυτό ακριβώς το έργο να τελεστεί άρτια (για την διάκριση προσκήνιο - παρασκήνιο στην δραματουργική ανάλυση του Γκόφμαν βλ. το έργο του ιδίου, ό.π., ιδιαιτέρως κεφ. Γ, περιοχές και συμπεριφορά). Αυτή η πίστη στο ρόλο και η προδιάθεση για την απόλυτη υπηρέτησή του ενδέχεται να συμβάλει στην έκβαση ακραίων συμπεριφορών και βίας.

Γενικότερα, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι η αυξανόμενη γραφειοκρατικοποίηση της κοινωνικής ζωής και των καθημερινών συναλλαγών σκληραίνει αντίστοιχα και τα όρια των ρόλων, αφήνοντας ελάχιστες ρωγμές για αθέτηση των κανόνων από τη μεριά των ερμηνευτών και περιθώρια για εναλλακτικές επιτελέσεις που θα διασαλεύσουν την τάξη, (ιδιαιτέρως εντός του οργανισμού από τον οποίο εκπορεύεται το “έργο” και οι “ρόλοι”), για την υπονόμευση εν τέλει “του παιχνιδιού”. Γι’ αυτό και θα συναντούμε ολοένα και συχνότερα την τυπολατρία στον απόλυτο βαθμό , όπως στην περίπτωση της ενενηντάχρονης που το 2019 συνελήφθη από αστυνομικούς γιατί πουλούσε τα λεγόμενα τερλίκια της σε λαϊκή αγορά χωρίς άδεια, προσήχθη για έλεγχο στο τμήμα και της επιβλήθηκε πρόστιμο (βλ. σχετικό ρεπορτάζ). Ενώ, στην πιο ακραία μορφή θα εμφανίζονται συμβάντα βίας τέτοια που και κατά το παρόν διάστημα απασχόλησαν την ελληνική επικαιρότητα και στα οποία αναφέρθηκα παραπάνω.

Κλείνοντας, θα ήθελα να παραπέμψω τον αναγνώστη στην ταινία Το δίχτυ/ The net (Κιμ Κι-Ντουκ, 2016, βλ. ιστολόγιο, camerastyloonline), η οποία πραγματεύεται και αναπτύσσει έξοχα τη θεματική του παρόντος και ιδιαίτερα ορισμένες ιδέες σχετικά με την απόλυτη ταύτιση του υποκειμένου με το ρόλο του ως εφαρμοστή των εντολών της κρατικής εξουσίας. Στον πυρήνα της υπόθεσης ένας απλός Βορειοκορεάτης ψαράς, που ζει στο ποταμίσιο σύνορο ανάμεσα σε Βόρεια και Νότια Κορέα, και αναγκάζεται να περάσει στην άλλη μεριά, όταν το δίχτυ του μπλέκεται στη μηχανή της βάρκας του. Στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας παρακολουθούμε τον πρωταγωνιστή ως θύμα των φρικτών και ακραίων βασανιστικών μεθόδων των ανακριτικών αρχών, πρώτα της Νότιας Κορέας, και στη συνέχεια της πατρίδας του, της Βόρειας Κορέας, αφού καταφέρνει να επιστρέψει εκεί. Οι αξιωματικοί ανακριτές παίζουν το ρόλο τους στο έπακρο, που βασίζεται στην εκπαίδευσή τους για το καθήκον του ελέγχου, της τιμωρίας και της συμμόρφωσης ενός υποτιθέμενου “εχθρού” τού, κατά την μία ή την άλλη περίσταση, καθεστώτος.

Στο τέλος, αφού έχει όπως όπως επιβιώσει από τα ψυχικά και σωματικά βασανιστήρια της κορεατικής ανακριτικής γραφειοκρατίας, και έχει επιστρέψει σπίτι του, στο ποτάμι, ο ψαράς κινεί με τη βάρκα του να κάνει αυτό το μοναδικό πράγμα που ξέρει σε όλη του τη ζωή για να ζήσει αυτός και η οικογένειά του, δηλαδή, να ψαρεύει. Ο ελεγκτής του βορειοκορεατικού συνόρου όμως, αφού τον προειδοποιεί ότι το καθεστώς τού απαγόρευσε να ξαναχρησιμοποιήσει τη βάρκα του, και ενώ αυτός αρνείται να συμμορφωθεί, τον σημαδεύει και τον πυροβολεί. Η δραματική σκηνή του τέλους κορυφώνει την αλληγορία της ταινίας και επισφραγίζει το βασικό της, ίσως διαχρονικό και διαπολιτισμικό, μήνυμα, ολέθριο και δυστοπικό, για την απώλεια του ανθρώπινου προσώπου και την αλλοτρίωση, υπό το βάρος των φιξαρισμένων ρόλων εξουσίας στην κοινωνική ζωή.

Pin It