QUINO

Γράφει η Βασιλική Παπαγεωργίου Εθνολόγος- Κοινωνική Ανθρωπολόγος, δρ

 

Αφήνει αποτυπώματα η κρίση, και πολιτισμικά. Καθώς εμφανίζονται νέες παραστάσεις, προσλαμβάνουσες, νοοτροπίες και αντιλήψεις, έρχονται οι έννοιες και οι όροι, το λεκτικό και οι εκφράσεις που τις αποτυπώνουν, εγκαθιδρύοντας παράλληλα τους νέους ηγεμονικούς λόγους με την ανάλογη συμβολική τους δύναμη, σε σχέση με εναλλακτικούς, υποτελείς και ασθενέστερους λόγους (discourses). Ένα μικρό δείγμα αυτής της διαδικασίας, ένα αποτύπωμα του είδους, περιγράφω και ερμηνεύω συνοπτικά στη συνέχεια.


Τα τελευταία δυο χρόνια η γνώση γύρω από τον ιό της covid-19 και, κατ’ επέκταση, η επιστήμη, έγινε το κριτήριο /άξονας επί του οποίου αποτιμώνται τα ποιοτικά μας χαρακτηριστικά ως πολίτες, οι δεξιότητές μας ως μέλη ενός κοινωνικού συνόλου, μιας “κοινότητας”, όπως τουλάχιστον αυτή αποτυπώνεται και συγκροτείται στη δημόσια σφαίρα και μέσω του δημόσιου λόγου. Αυτό σημαίνει, δηλαδή, ότι παράγεται νοητικά ένα συμβολικό σχήμα ταξινόμησης δύο διαφορετικών τρόπων σκέψης και συμπεριφοράς, με διαφορετικές αντίστοιχα σημάνσεις αποδοχής και επικρότησης, που τοποθετεί στη μια μεριά, της θετικής σήμανσης, την πίστη στην ιατρική αυθεντία, στους “ειδικούς”, στην αδιαμφισβήτητη επιστήμη, και στην άλλη, αντιθετική αρνητική της, τον ανορθολογισμό, πίστη μη αποδεκτή, “συνωμοσιολογία”.

Σε γενικές γραμμές, και εν συντομία, ο λόγος (discourse) της ιατρικής αυθεντίας κυριαρχεί στη δημόσια κουλτούρα μέσα από την ακατάπαυστη παρουσία ιατρών που παρουσιάζουν τα σχετικά με τον ιό δεδομένα, ή/και εκλαϊκεύουν την επιστημονική γνώση στο λαϊκό σώμα (παρατηρείται μάλιστα η εκτεταμένη χρήση του facebook ως πρόσφορου μέσου), δίνουν οδηγίες, συνεπικουρούν πολιτικές γύρω από τη δημόσια υγεία, προτείνουν μέτρα. Παράλληλα οι πολιτικοί καμώνονται πως ό,τι γίνεται, γίνεται στο όνομα των “ειδικών”, των επιστημόνων και πάντοτε φροντίζουν να ομιλούν “στο όνομα της επιστήμης”.


Από την άλλη, παρατηρούμε ότι επανέρχεται στο προσκήνιο του δημόσιου λόγου θριαμβευτικά η ιδέα της συνωμοσιολογίας, ως υβριστική και χλευαστική, κάτι που είχαμε δει τα μόλις προηγούμενα χρόνια να βρίσκει έδαφος όταν χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει απαξιωτικά μια δημόσια προβεβλημένη ανορθόδοξη στάση, συμπεριφορά ή πίστη με μαζική απήχηση, π.χ. στην περίπτωση των αμερικανικών εκλογών που ανέδειξαν τον Τραμπ. Λοιδορείται το σώμα αυτών (των “συνωμοσιολόγων” ή με πιο οξύ τρόπο αποκαλούμενων “ψεκασμένων”, μια αναφορά σε προγενέστερες του ιού εκδοχές συνωμοσιολογικών αντιλήψεων γνώριμων υπό την ατάκα «μας ψεκάζουν») που εκφράζουν ακραίες ιδέες, π.χ., δεν πιστεύουν στον ιό (“αρνητές”), είτε πιστεύουν ότι “μας παραπλανούν” βάζοντας τσιπάκια στα εμβόλια, διατυπώνουν αβάσιμους ισχυρισμούς, όπως για τον επικείμενο θάνατο των εμβολιασμένων εξ’ αιτίας του εμβολίου (που είναι αδύνατο έτσι κι αλλιώς να σταθούν σε μια στοιχειώδη λογική σκέψη).


Στο συνονθύλευμα των ανωτέρω συγκαταλέγονται συχνά – και ανάμεσα στο όριο της συγκρατημένης εμπιστοσύνης/ δυσπιστίας του κόσμου που δίνει λαβές για πέρασμα στον “ύποπτο” χώρο της συνωμοσιολογίας– και οι απόψεις όσων εκφράζουν δικαιολογημένες ενστάσεις π.χ. στην εφαρμογή πολιτικών δημόσιας υγείας, προβληματισμούς και ανησυχίες, που δεν ευθυγραμμίζονται με την κυρίαρχη γραμμή. Έτσι, για παράδειγμα, η θέση ότι ο ιός είναι εργαστηριακός, μολονότι έχει υποστηριχτεί από διάφορες πηγές, ορισμένες από τις οποίες έγκυρες, παραμένει στη σκιά της επίκρισης ως σχεδόν συνωμοσιολογική (βλ. σχετικό κατατοπιστικό ρεπορτάζ εδώ: https://www.ertnews.gr/eidiseis/epistimi/koronoios-giati-polloi-epistimones-theoroyn-apithani-ti-theoria-diarrois-apo-ergastirio-long-read/)


Βέβαια, όπως ήδη υπογράμμισα, ο στόχος του άρθρου αυτού σε καμία περίπτωση δεν είναι να κριθεί η αξία των ποικίλων επιχειρημάτων περί covid, ως αντικειμενικά/αληθή/ορθή γνώση, σε αντιπαράθεση με μη ορθολογικά/ ψευδή/διαδόσεις/παραπληροφόρηση. Τουναντίον, κεντρική εδώ είναι αποκλειστικά η σκοπιά της κυριαρχίας /ηγεμονίας, που εξαρχής τέθηκε ως προσανατολισμός αυτής της ανάλυσης, ώστε να δούμε τι συνέπειες φέρει η εγκαθίδρυση μιας τέτοιας συμβολικής τάξης, που για άλλη μια φορά διατρανώνει την πίστη στην αυθεντία. Εκείνο που είναι παραγωγικό δηλαδή, είναι να σκεφτούμε πάνω στις ενδεχόμενες χρήσεις και καταχρήσεις του δίπολου “ειδικοί”: “μη ειδικοί”, με πολιτικές στοχεύσεις χειραγώγησης του συλλογικού σε μια καμπή κατά την οποία διακυβεύονται κρίσιμες μεταβάσεις στην πορεία της χώρας.


Το δίπολο αυτό ευδοκιμεί πάνω σε μια αυθαίρετη θεώρηση, την οποία ταυτόχρονα και αναπαράγει, ότι η επιστήμη είναι ουδέτερη και αμερόληπτη, ενώ δεδομένη είναι η “καλή θέληση” των ασκούντων την επιστήμη, το “καθαρό βλέμμα” των ειδημόνων. Φυσικά, η αξιωματική παραδοχή της αυθεντίας τής επιστήμης, θα ετίθετο αμέσως υπό αμφισβήτηση με μια απλή επισκόπηση της γενεαλογίας της επιστημολογίας, του κλάδου που ασχολείται συστηματικά με ερωτήματα που φωτίζουν τις κοινωνικές, ιστορικές, πολιτικές και πολιτισμικές συνθήκες παραγωγής της επιστημονικής γνώσης.

quino2 1150Quino, σφοδρός επικριτής της εξουσίας και κάθε είδους αυθεντίας

 

Πέρα από αυτό, αναζητήσεις και θεωρητικές ζυμώσεις στο εσωτερικό των πεδίων, ιδιαίτερα των κοινωνικών επιστημών, έχουν αναδείξει τις ποικίλες καταχρήσεις της επιστήμης, τον εθνοκεντρισμό του δυτικού λόγου, τις σχέσεις ρατσισμού και επιστήμης, τις ανεπάρκειες και το σαθρό υπόβαθρο επιστημονικών λόγων και πειθαρχιών που ενδέχεται να ευδοκιμούν σε ακαδημαϊκά περιβάλλοντα υψηλού στάτους, (όπως η περίπτωση της κοινωνιοβιολογίας, που έχει μεγάλη διάδοση και αποδοχή σε κύκλους ακαδημαϊκούς αλλά και στις δημώδεις πεποιθήσεις σήμερα: γι’ αυτό το θέμα εξαιρετικά σημαντικό το έργο του κορυφαίου ανθρωπολόγου Marshall Sahlins, Χρήσεις και καταχρήσεις της βιολογίας, Μια ανθρωπολογική κριτική της κοινωνιοβιολογίας, εκδ. Αλεξάνδρεια, 1997). Τις τελευταίες δεκαετίες, εξάλλου, η άμεση σύνδεση της έρευνας με την αγορά θέτει εύλογα ερωτήματα και προβληματισμούς σχετικά με το πώς η δεύτερη επηρεάζει την πρώτη, υποτάσσοντας το γενικό συμφέρον στις εταιρικές προτεραιότητες της καπιταλιστικής κερδοφορίας.

Στην εποχή της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης, ο υπέρτατος τεχνολογικός φετιχισμός και ο σύμφυτος και αντιστοίχως περίπλοκος ψηφιακός γραφειοκρατικός μηχανισμός, θέτουν το πλαίσιο νέων επιτακτικών απαιτήσεων προς το συλλογικό σώμα των πολιτών, που θα στηρίζεται ολοένα και περισσότερο σε χρήσεις της επιστήμης και του επιστημονικού λόγου ως πολιτικού όπλου για την επίτευξη της τεχνοκρατικής κυβερνητικότητας. Η σχολιαζόμενη εδώ, κυρίαρχη παράσταση της αυθεντίας των “ειδικών”, αν πρόκειται για μια αντίληψη που θα παγιωθεί και θα επιβληθεί, τότε αναπόφευκτα θα δράσει πρακτικά προς μια τέτοια κατεύθυνση: μια πληθώρα επιβολών και περιορισμών, νομοθετημάτων και αποφάσεων, ή και το αντίθετο, αδειών και ανοιγμάτων (π.χ. το διατροφικό άνοιγμα προς τα μεταλλαγμένα και το συνθετικό κρέας, ή η εγκατάσταση κεραιών κινητής τηλεφωνίας για το εξαιρετικά εκτεταμένο και απαιτητικό 5G δίκτυο κ.λπ.), είναι δυνατόν να εκτελούνται με το πρόσχημα της αδιαμφισβήτητης αλήθειας επιστημονικών δεδομένων και εκτιμήσεων, όπως στατιστικές ή αλγόριθμοι και ποσοτικές μετρήσεις, έρευνες χρηματοδοτούμενες από εταιρείες κλπ.


Παράλληλα, ο εξοβελισμός των “μη ειδικών” ως “συνωμοσιολόγων”/ “ψεκασμένων”, από το χώρο του ορθού λόγου, τους υποστασιοποιεί ως μια πολιτισμικά διακριτή ομάδα, που υποτιθέμενα εξ’ αιτίας της προκαλούνται μια σειρά από δεινά στην κοινωνία, όπως στην περίπτωση του προσφιλούς επιχειρήματος ότι οι συνωμοσιολόγοι (ψηφοφόροι) έφεραν στην εξουσία τον Τραμπ. Έμεσα και διακριτικά, έτσι, απαλείφονται το κοινωνικό -ταξικό υπόβαθρο των ιστορικών διαδικασιών και των συγκρούσεων, και η ίδια η θεώρηση περί συνωμοσιολογίας συσκοτίζει εξίσου το κοινωνικό/πολιτισμικό συμπεριέχον και πολιτικό πλαίσιο των ακανθωδών επειγόντων ζητημάτων του συλλογικού βίου. Με το να στρέφει, άλλωστε, το βλέμμα σε παραφυσικές, ανορθολογικές λαϊκές πεποιθήσεις και δοξασίες («μας αλλάζουν το DNA» κλπ), περιφρονεί τη βάση συγκρότησής τους, δηλαδή του πώς γνωρίζουμε/ μαθαίνουμε αλλά και αρθρώνουμε τη γνώση (ταξικές θέσεις, κοινωνική ανισότητα, ελλείψεις κοινωνικού κράτους κλπ), και παρωθεί σε λύσεις απλουστευτικές, – και παράλληλα χρήσιμες πάντοτε στην άσκηση κυβερνητικότητας– για τη διαχείριση των “απείθαρχων” λαϊκών μαζών.


Η ρητορική της συνωμοσιολογίας είναι το συμπληρωματικό αντίθετο της ρητορικής περί των “ειδικών”/επιστημόνων. Οι “συνωμοσιολόγοι” ή “ψεκασμένοι” είναι μια μεταφορά για την οπισθοδρομική, καθυστερημένη κοινωνία, μια κοινωνία που γυρίζει την πλάτη στους “ειδικούς”, απαξιώνει τους επαΐοντες. Το εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι, ότι το πολιτισμικό μόρφωμα των “ψεκασμένων”, σε διάφορες επιστημονικές αναλύσεις και έρευνες, συνδέεται με ποικίλες στάσεις και συμπεριφορές, που αποδίδονται αιτιακά σε αυτούς, με έναν πρόχειρο, στερεοτυπικό τρόπο, και περιλαμβάνει μια ευρεία γκάμα χαρακτηριστικών γνωρισμάτων, όπως τάσεις για πολιτικό εξτρεμισμό (ριζοσπαστικοποίηση), αντίδραση κατά των ελίτ και του κατεστημένου γενικά, αντισημιτισμό. Παρόμοιες έρευνες επιχειρούν να συνδέσουν τους “ανεμβολίαστους” ή “αρνητές” με χαμηλό κοινωνικοοικονομικό και μορφωτικό επίπεδο.


Καθώς, λοιπόν, η ύπαρξη ποικίλων αντιδράσεων γύρω από την covid-19 μπαίνει κάτω από την ταμπέλα “ψεκασμένοι”, υπονοώντας μια εν δυνάμει επικίνδυνη μάζα, έναν όχλο, συσκοτίζει πραγματικά σοβαρά ζητήματα γύρω από τη νόσο και την διαχείρισή της. Δημιουργεί ένα τόξο συνεργασίας και κοινών συμφερόντων ειδημόνων/ πολιτικών απέναντι στον “κοινό εχθρό”, που είναι ο απαίδευτος λαός, η “καθυστερημένη” μάζα, εκχωρώντας αποκλειστικά στους πρώτους τα προνόμια του έγκυρου λόγου.


Παρατηρούμε, ότι οι παράλογοι ισχυρισμοί που εκφράζουν οι λογής “συνωμοσιολόγων” (όπως για εμφύτευση μικροτσίπ, αλλαγή DNA, ψεκασμούς, και τους λοιπούς του είδους), και ενώ είναι αυταπόδεικτα αστήρικτοι σε σημείο φαιδρότητας, προκαλούν δυσανάλογα μεγάλο μερίδιο προσοχής από τη μεριά “ειδικών” και διανοούμενων, που βρίσκουν ότι αυτό είναι το κυριότερο θέμα δημόσιας συζήτησης γύρω από την πανδημία και η μεγαλύτερη εστία κινδύνου (εδώ να σημειώσω, αν και νομίζω είναι αυτονόητο, ότι δεν αναφέρομαι στις εξαιρετικές περιπτώσεις που ενδεχομένως έχει παρατηρηθεί παραβατικότητα και εγκληματική εμπρόθετη δράση με τη συστηματική χρήση μέσων δημόσιας προβολής, όπως τα social media, προκειμένου να υποστηριχτούν παραπλανητικές πληροφορίες ή επικίνδυνες οδηγίες γύρω από τον εμβολιασμό και την προστασία της ατομικής και συλλογικής υγείας).


Καταλήγοντας, λοιπόν, το να διαμορφώνεται συστηματικά και τεχνηέντως, ένα τέτοιο στερεοτυπικό σχήμα λόγου, μια συμβολικά τάξη της μορφής “ειδικοί” Vs “μη ειδικοί”/ “συνωμοσιολόγοι”, το οποίο είναι εύληπτο και επικοινωνιακό, πιασάρικο κατά κάποιον τρόπο, σημαίνει ότι μπορείς ανά πάσα στιγμή να το ανακαλέσεις και να το επικαλεστείς, προκειμένου να ταιριάξουν και να χωρέσουν διάφορες μορφές ετεροδοξίας, ενοχλητικής αντίδρασης, ώστε να λογοκριθούν, να υποτιμηθούν, να εξοβελιστούν από το δημόσιο λόγο. Το σενάριο αυτό πιστεύω ότι θα το δούμε να επαναλαμβάνεται στο προσεχές μέλλον. Κάθε λαϊκή παράσταση, ερμηνεία, εξήγηση, που δεν “βολεύει”, θα γίνεται περίγελος, αναβιβάζοντας στο θρόνο της αυθεντίας τις προτεινόμενες εκδοχές των κυρίαρχων.


Η αγωνία των “ειδικών” να σωφρονίσουν, να νουθετήσουν, να τιθασεύσουν (όπως στην περίπτωση του γνωστού ιατρού των μίντια που έψεξε τον ιδιοκτήτη ταβέρνας για τον πλημμελή έλεγχο των θαμώνων του) παρουσιάζεται ως ριζοσπαστικό εγχείρημα χειραφέτησης και απελευθέρωσης της μάζας από τα δεσμά τής χοντροκομμένης απαιδευσιάς της. Μια δηλαδή απομάγευση του κόσμου με μια κοινωνιολογική έννοια. Εντούτοις, κάτι τέτοιο αποτελεί μια πλάνη, όπως εξήγησα, καθώς το εγχείρημα μιας δήθεν απομάγευσης βασίζεται σε, και εκμεταλλεύεται, σύνθετες και ποικίλες συγχίσεις, απορίες, δυσκολίες, αδυναμίες της πλειοψηφίας του κόσμου να ανταπεξέλθει σε συνθήκες κρίσης, προκειμένου να εδραιώσει νέες κυριαρχίες, ηγεμονικές προσλαμβάνουσες και νέα δεσμά. Η covid εποχή αφήνει και αυτήν την παρακαταθήκη, συμβάλλοντας με έναν αναπάντεχο τρόπο υπέρ των ισχυρών που χαράζουν τους δρόμους πάνω στους οποίους βαδίζει, προχωρεί, “εξελίσσεται” το κοινωνικό σύστημα προς όφελός τους, διατηρώντας πάντα τα πρωτεία του λόγου και την αποκλειστικότητα του κύρους τους, με το να συντηρούν αποκλεισμούς, να παράγουν λογοκρισίες, και να καγχάζουν πάνω στην αδυναμία, στην υστέρηση και την υποτέλεια των αδύναμων να αρθρώσουν τη φωνή τους.

mosialos 1150 


Γελοιογραφία που αναρτήθηκε από τον ιδιαίτερα δραστήριο στα social media, καθηγητή Ηλία Μόσιαλο τη διάρκεια των Χριστουγέννων στη σελίδα του στο facebook, και προκάλεσε μεγάλη συζήτηση και αντιδράσεις. Το νόημα της εικόνας “παίζει” με τους υπαινιγμούς για τον ανορθολογισμό και την οπισθοδρόμηση της λαϊκής μάζας, που αρνείται τους “ειδικούς”.