Μια κάποια “αφύπνιση”…: για την επιτελεστική αποτελεσματικότητα του woke

Βασιλική Παπαγεωργίου
Κοινωνική Ανθρωπολόγος
Μεταδιδακτορική ερευνήτρια, Παν/μιο Αιγαίου
Εργασιακή σύμβουλος, Δ.ΥΠ.Α.

 

Ο όρος woke έχει εισαχθεί πλέον και στην ελληνική δημόσια συζήτηση, ιδιαίτερα μετά την προ ημερών αναφορά του πρωθυπουργού και τη σχετική τοποθέτησή του (για «τυραννία των μειονοτήτων») σε συνομιλία με τον Πασκάλ Μπρυκνέρ σε εκδήλωση της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών. Γενικά, εισαγόμενος από τις ΗΠΑ, όπου συνδέθηκε με το κίνημα BLM (Black Lives Matter), κατά τη δεκαετία του 2010, πύκνωσε τα τελευταία χρόνια στη δημόσια σφαίρα, προκαλώντας οξυμένες αντιπαραθέσεις, ιδιαιτέρως ανάμεσα στους υποστηρικτές αυτού που αντιπροσωπεύει το woke και σε όσους αντιτίθενται (η κίνηση γνωστή ως αντι-woke).

Μια σχετική επισκόπηση δείχνει ότι καταγράφεται μια – όχι συνεχόμενη και συνεκτική – γενεαλογία του woke στην παράδοση της κινητοποίησης των αφροαμερικανών (το Wikipedia αναφέρεται τόσο παλιά όσο στο σύνθημα “Wake up Ethiopia! Wake up Africa!” από τον ακτιβιστή Μάρκους Γκάρβεϊ το 1923 ή στην φράση “stay woke”, σε ηχογράφηση του ’30 από τον τραγουδιστή της φολκ Lead Belly). Γενικά το woke αποδίδει το να είναι κάποιος “ξύπνιος”, αφυπνισμένος, εκφορά λόγου των μαύρων της Αμερικής στο συμπεριέχον της λευκής καταπίεσης. Χωρίς να υπάρχει μια σαφώς προσδιορισμένη ιστορική συνέχεια στην χρήση του, εμφανίζεται κατά τη δεκαετία του 2010 σε συνθήματα κινητοποιήσεων των μαύρων κατά της αστυνομικής βίας στις ΗΠΑ, και η πολλαπλασιαστική επικοινωνιακή δύναμη του διαδικτύου (π.χ. με το #Staywoke hashtag), μετατρέπει το woke σε οικείο και σημαντικής απήχησης σύμβολο εντός της μαύρης κοινότητας, που ωστόσο γρήγορα ξέφυγε από το πλαίσιο και τη νοηματική συσχέτισή του με την αφύπνιση απέναντι στη λευκή καταπίεση.

Γι’ αυτό, ο αφετηριακός προβληματισμός του παρόντος κειμένου εκπορεύεται από την διαφαινόμενη αντίδραση στη χρήση του όρου και τη μη αποδοχή του (που δεν πρέπει βέβαια σε καμιά περίπτωση να συγχέεται με το αντι-woke) ανάμεσα στα μέλη των αφροαμερικανών και ιδιαίτερα σε επικεφαλής αγωνιστικών κινήσεων και σε διανοούμενους ακαδημαϊκούς της μαύρης κοινότητας (στη γραμμή παράδοσης της μαύρης κριτικής που αντλεί αναφορές από το έργο θεωρητικών όπως ο James Baldwin). Η βασικότερη ένσταση, από αυτή τη σκοπιά, είναι η καταχρηστική οικειοποίηση, η εμπορευματοποίηση και η χρήση του μέσα στο πλαίσιο του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Μια τέτοια χρήση έχει σαν αποτέλεσμα την αποπολιτικοποίηση των ζητημάτων που υποτίθεται ότι προβάλει με διεκδικητικό τρόπο, κάτι που τον καθιστά ακατάλληλο για την εκπροσώπηση των μαύρων και την συμβολική συσχέτιση με τους αγώνες τους ενάντια στη βαριά ιστορική καταπίεση που δεν έχει εκλείψει ως σήμερα. Παράλληλα, εδώ λαμβάνεται υπόψη και η θεωρητική γραμμή κριτικής προσέγγισης υπό το πρίσμα του “woke καπιταλισμού”, που έχει παραδώσει το συμβολικό κεφάλαιο των αγώνων και τις ιδέες του σεβασμού στην διαφορετικότητα, της ισότητας και της αλληλεγγύης στο εταιρικό μάρκετινγκ.*

Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, είναι μια πρόκληση για τον κοινωνικό επιστήμονα ο περί woke λόγος. Σε αυτό το σημείο θα σταθώ σε αυτό που, κατά τη γνώμη μου, κρίνω, εξ’ αφορμής των προαναφερθέντων ερεισμάτων, ως πιο σημαντική συμβολή στην όλη συζήτηση, τη διερεύνηση, δηλαδή, των χρήσεων και νοηματοδοτήσεων του όρου, και των συνεπειών που αυτές συνεπάγονται. Μια τέτοια δουλειά προϋποθέτει ότι ο όρος δεν εκλαμβάνεται ως ουδέτερος, ούτε σαφώς οριοθετημένος, αλλά θεωρείται φορτισμένος από τη δυναμική της θέσης και της συμβολικής εξουσίας που επιχειρεί να καταλάβει στο γλωσσικό πεδίο (αντιθέτως, οι περισσότερες ερμηνείες του woke/ αντι-woke ξεκινούν με αφετηρία μια δεδομένη σήμανση των όρων, μετατρέποντας την περιγραφική τους ισχύ σε αναλυτική, και απλά τοποθετούνται επί της συμφωνίας ή διαφωνίας τους με το αντίστοιχα περιγραφέν περιεχόμενο). Επομένως, είναι χρήσιμο να είμαστε όσο το δυνατόν αναλυτικά σαφείς και ξεκάθαροι, ώστε να αποφύγουμε την παγίδα της σύγχυσης, που η ίδια η εκτεταμένη εισαγωγή του woke στο δημόσιο λόγο δημιουργεί, και να στραφούμε σε αυτό που εδώ υποστηρίζω ότι είναι πιο επιτακτικό και διαφωτιστικό, την επιτελεστικότητα του όρου, την κοινωνική αποτελεσματικότητά του, όπως σημειώθηκε παραπάνω, και προς ποιες κατευθύνσεις γίνεται αυτό (εδώ η επιτελεστικότητα αντλεί αναφορά από την ευρύτερα επιτελεστική λειτουργία της γλώσσας – βασισμένη στο έργο του Austin, αλλά κυρίως στην κατοπινή προσέγγιση του Pierre Bourdieu, που έθεσε την επιτελεστική αποτελεσματικότητα της γλώσσας στο πλαίσιο της πάλης για τη διαμόρφωση του κυρίαρχου, έγκυρου νοήματος –, σύμφωνα με την οποία, μια γλωσσική εκφορά, πέρα ή εκτός από το να κάνει διαπιστώσεις για τον κόσμο, επενεργεί στην κοινωνική πραγματικότητα, δλδ, με απλά λόγια, “κάνει πράγματα”).

Αρχικά, λοιπόν, να σημειώσουμε ότι, παρόλο που το woke αποδίδεται ως κίνημα, ιδεολογία, ή κουλτούρα, κάτι τέτοιο είναι δύσκολο να διαπιστωθεί εμπειρικά και με κάποια αναλυτική ακρίβεια, και να αποδοθεί πολύ συγκεκριμένα σε όσους οι ίδιοι διατείνονται ότι ταυτίζονται με αυτό ή τους αποδίδεται η ταύτιση. Ενδεικτικά, μια απλή αναζήτηση στην ηλεκτρονική έκδοση της βρετανικής εφημερίδας The Guardian με το λήμμα woke, μας δίνει εκατοντάδες σελίδες. Δεν μας προβληματίζει όμως η ποσότητα γιατί μια γρήγορη επισκόπηση δείχνει ότι τα παλαιότερα δημοσιεύματα εμφανίζονται περίπου (μιας και είπαμε ότι διατρέξαμε βιαστικά και δειγματοληπτικά και όχι ενδελεχώς τα αποτελέσματα) το 2016. Τα δε θέματά τους αφορούν την πολιτική χρήση κυρίως στην αμερικανική πολιτική σκηνή, και το μάρκετινγκ των εταιρειών που υποτίθεται ότι αξιοποιεί τον γουοκισμό.

Κατά συνέπεια, θα πρέπει να δούμε το woke ως έναν περιγραφικό όρο με εκπληκτική, ωστόσο, δραστικότητα, που αποτυπώνει γενικά και χαλαρά μια ιδέα περί αφύπνισης για τα ανθρώπινα δικαιώματα και σεβασμού της πολιτισμικής διαφοράς, την ευαισθησία στη χρήση λόγου που δεν προσβάλει τον “άλλο”, την προώθηση του προνομίου “ορατότητας”. Σημειώνω, δε, ότι, ως ρεύματα σκέψης και ιδεών ή και πρακτικών, λίγο πριν έχουν εμφανιστεί η λεγόμενη “πολιτική ορθότητα”, αλλά και ο πιο θεωρητικά εμπεριστατωμένος λόγος περί διαπολιτισμικότητας που επηρέασε ιδιαίτερα την εκπαίδευση και οδήγησε στην υιοθέτηση μιας σειράς “καλών πρακτικών” σε πολλά πεδία (πχ καλές πρακτικές διαχείρισης της ετερότητας σε δημόσιους οργανισμούς). Επίσης, κάπως επιγραμματικά, εδώ, να συμπληρώσουμε ότι ενδεχόμενα το woke συνειρμικά να κινητοποιεί, εντάσσοντας ή αφομοιώνοντας σε αυτό, ποικίλες μορφές πολιτισμικών συγκρούσεων που αναπτύχθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες με διαμφισβητούμενα σύμβολα γύρω από ταυτότητες – όπως οι διαμάχες για την επιστροφή πολιτισμικών αντικειμένων από τα μεγάλα δυτικά μουσεία. Ωστόσο, βασικό επιχείρημα που υποστηρίζεται εδώ είναι, ότι το woke, απηχώντας ιδέες και θραύσματα περί πολιτισμικής ταυτότητας, που μας πάνε τόσο πίσω όσο στις πολιτικές των ταυτοτήτων των δεκαετιών του ’50 - ’60, οπότε για πρώτη φορά συγκροτημένα τοποθετούνται κινητοποιήσεις για τα δικαιώματα ιστορικά καταπιεσμένων ομάδων, διαφοροποιείται ουσιαστικά, και αποτελεί μια κατηγορία πολιτισμικής έκφρασης που δεν εντάσσεται σε αυτή τη γραμμή παράδοσης, παρά την οικειοποιείται.

Ο όρος ξεκίνησε να χρησιμοποιείται κάπως συστηματικά στη δημόσια σφαίρα κατά τη δεκαετία του 2010, κατά βάση στις ΗΠΑ, – έχοντας ξεφύγει και σε εκθετικό βαθμό έντασης χρήσης από το αρχικό πλαίσιό του, το κίνημα BLM –, κυρίως στο πεδίο της πολιτικής ρητορικής, για να αποδώσει πολιτικές που προασπίζονται τα σχετικά ως άνω αναφερόμενα. Μάλιστα, απέκτησε μεγαλύτερη δυναμική, όταν επινοήθηκε, σχεδόν παράλληλα, το αντι-woke, μια κίνηση διαφωνίας και αντίθεσης, που θεωρεί καταχρηστικές τις διεκδικήσεις και τα ιδανικά του γουοκισμού.

Στο πεδίο της πολιτικής εξουσίας και διακυβέρνησης αποδίδονται, έτσι, ως woke ή αντι-woke, οι πολιτικές ατζέντες των κομμάτων, αν, δηλαδή, ακολουθούν προοδευτική / συντηρητική γραμμή ή αντίστοιχα αριστερή/ δεξιά, με υποδειγματική περίπτωση το τοπίο των πρόσφατων αμερικανικών εκλογών. Στη γλώσσα συναντάμε εκφορές του λόγου που θεωρούνται woke, σε επίπεδο τέχνης και αναπαράστασης κινηματογραφικές ταινίες που διακρίνονται από μια woke μέριμνα κ.ο.κ.

Το φάσμα των παραδειγμάτων και των χώρων από τα οποία αντλούνται είναι πραγματικά πολύ μεγάλο και φυσικά ξεφεύγει των σκοπών του παρόντος σημειώματος μια εστίαση σε αυτά. Γενικά, ωστόσο, αρκεί η διαπίστωση ότι, η λέξη “woke” ως επιδραστικό σύμβολο φαντάζει ιδανική για την έκφραση των ποικίλων διαξιφισμών γύρω από τον άξονα προοδευτικότητας/ συντηρητικότητας, που απλώνονται πέρα από το πολιτικό πεδίο και σε άλλα όπως της δημοσιογραφίας, της τέχνης, το ακαδημαϊκό, της εταιρικής κουλτούρας και του μάρκετινγκ, των πολίτικών γύρω από το σώμα και το φύλο κ.α. Διαφορετικοί δρώντες, από τις θέσεις και τα ειδικά συμφέροντα που υπηρετούν αξιοποιούν τον λόγο περί woke, ως χρήσιμο για να περιγράψουν την πρόθεσή τους να ανήκουν ή να αποκλίνουν από το woke συμπεριέχον: αποδεικνύεται τελικά ένα μέσο καλό για να μιλήσουν και να εκφραστούν όσοι το επικαλούνται, είτε για να ταυτιστούν, είτε για να διαφοροποιηθούν από αυτό.

era

Ο ακτιβιστής- διασημότητα των social media DeRay McKesson σε μια φωτογραφία που έκανε το γύρο του διαδικτύου τον Ιούλιο του 2016. Απεικονίζεται κατά τη διάρκεια κινητοποίησης του BLM, τη στιγμή της σύλληψής του από αστυνομικούς, κατά την οποία κοιτάζει κατάματα στο φακό, φορώντας το T- shirt με το logo #StayWoke. Το T- shirt αυτό κυκλοφόρησε σε περιορισμένο αριθμό και προωθήθηκε μέσω του Twitter από την ομάδα υποστήριξης μαύρων εργαζομένων @Blackbirds (https://www.nytimes.com/2016/07/11/us/deray-mckesson-arrested-in-baton-rouge-protest.html).

Ως το σημείο αυτό ξεκαθαρίσαμε ότι ο όρος woke, όπως έχουμε καταγράψει να χρησιμοποιείται σήμερα, μολονότι αντλεί χαλαρά κάποιες αναφορές συμβολικά, δεν συνδέεται ιστορικά με κάποιο συγκεκριμένο κίνημα (όπως π.χ. με τις πολιτικές των ταυτοτήτων της δεκαετίας του 60, ή τα φεμινιστικό κίνημα), και ούτε παραπέμπει σε πολιτικές “από τα κάτω”, αλλά, το αντίθετο, φαίνεται πως η διείσδυσή του στη δημόσια σφαίρα, ιδίως μετά το 2016-2017, εκπορεύτηκε από τα πάνω και από την εταιρική διαφήμιση. Περισσότερο, λοιπόν, θα μπορούσε να οριστεί ως περιγραφικός όρος/ σύμβολο, και αυτό που θα κάνω στη συνέχεια είναι να στραφώ προς την επιτελεστικότητα του όρου, με την εστίαση στο τι κάνει η επίκληση του woke, το να αποδίδει κάποιος την ονομασία “woke” σε κάτι (μια πολιτική ατζέντα, μια διαφήμιση, μια ταινία, μια δημόσια δράση, μια κινητοποίηση κ.ο.κ.) και πώς διαμορφώνει τις κυρίαρχες αναπαραστάσεις και τον έγκυρο, κοινά αποδεκτό λόγο στη δημόσια σφαίρα.

Κοντολογίς, το να αποκαλείται κάτι woke, σημαίνει ότι του αποδίδονται κάποια από αυτά τα γνωρίσματα που αναφέραμε παραπάνω, ταυτίζεται και ταξινομείται, έτσι, στο ευρύτερο, και εν πολλοίς ασαφές πολιτισμικό συμπεριέχον, του λεγόμενου “προοδευτικού χώρου” (σε αντίθεση ο “συντηρητισμός” ταυτίζεται με το αντι-woke). Με τον τρόπο αυτό συνενώνονται παντοειδείς κατηγορίες, όπως, διαφορετικές ιστορίες, αφηγήσεις, ταυτότητες, αγώνες, διεκδικήσεις, κάτω από έναν όρο “ομπρέλα”, που τις ομογενοποιεί με ένα λόγο ανάλαφρο και επικοινωνιακά προσιτό, ώστε να εξαφανίζεται η σκληρή γλώσσα της εκμετάλλευσης, της αδικίας, των καπιταλιστικών σχέσεων, της αποικιοκρατίας ή άλλων συγκροτητικών παραμέτρων της δομικής ανισότητας.

Γιατί πράγματι, το woke “συναντά” τα υποκείμενα στο επίπεδο της αναπαράστασης, επιζητώντας ορατότητα με ελκυστικούς συχνά τρόπους του μάρκετινγκ και της διαφήμισης, αφήνοντας κατά μέρος τις συνθήκες παραγωγής των πολιτισμικών διαφορών. Εξάλλου, το woke επικαλείται την αισθητική, με έναν πλούτο αναφορών στο επικοινωνιακό επίπεδο των εικόνων και των συμβόλων, που παράγουν απατηλές εντυπώσεις γύρω από την καλή έκβαση των αιτημάτων ισότητας και συμπερίληψης. Η woke ρητορική κατασκευάζει έναν χώρο καλής θέλησης, με την πίστη στη δυνατότητα εκδημοκρατισμού του καπιταλισμού. Δημιουργεί επιφανειακές προσλήψεις της κοινωνικής πραγματικότητας, στις οποίες τα υποκείμενα διαφέρουν στο επίπεδο – όπως είπαμε – της αναπαράστασης, απαλλαγμένα από τα φορτία της ιστορίας και των ταξικών κοινωνικών σχέσεων μέσω των οποίων έχουν συγκροτηθεί, εννοιολογηθεί, συμβολοποιηθεί οι ποικίλες ετερότητες.

Η woke επιτελεστικότητα παραδίδει σε κυρίαρχους δρώντες, μέρος των ελίτ, όπως οι πολιτικοί ή οι διαφημιστές, επώνυμους του καλλιτεχνικού χώρου, ακτιβιστές κ.α., το δικαίωμα λόγου πάνω στην ανισότητα και τα ανθρώπινα δικαιώματα, και τους οπλίζει με τα μέσα του ομιλείν με τρόπους όχι υπονομευτικούς, αλλά, τουναντίον, συμβατούς με τα δικά τους συμφέροντα και τους δικούς τους κόσμους. Χαρακτηριστικά εδώ αναφέρω τα παντοειδή happenings συμπαράστασης και συμπεριληπτικότητας που συνδέονται με πληθώρα εκφραστικών επιτελέσεων, από καταναλωτικές επιλογές, tags στο διαδίκτυο, ειδικές σημάνσεις αφύπνισης π.χ. χρωματιστές κορδέλες, χρήση ρούχων με λογότυπα, διαφημίσεις που εμπνέονται από μια woke αισθητική, woke εταιρική κουλτούρα κ.ο.κ.

Δε θα ήταν υπερβολή, μάλιστα, αν υποστηρίζαμε τον ισχυρισμό, ότι όλη αυτή η εξωστρεφής επιτέλεση του γουοκισμού, προσδίδει ένα σημαντικό συμβολικό κεφάλαιο στις ελίτ, παρόμοιο με τις πομπώδεις επιτελέσεις (του καπιταλισμού) της φιλανθρωπίας. Παράλληλα, η έμφαση στην εικόνα αποδυναμώνει τις παλαιές μορφές αγώνων που οργανώνονται “από τα κάτω”, με τη διαπροσωπική επαφή, δίνοντας βαρύτητα στο κέρδος που θα αποκόμιζαν οι πρωταγωνιστές των κινημάτων ως influencers/ celebrities και προετοιμάζοντας την υποδοχή και αποδοχή ενός νέου τύπου “ακτιβιστή των μίντια”.

Γενικά, τα υποκείμενα στη woke αναπαράσταση του κοινωνικού κόσμου ορίζονται από τα πολιτισμικά τους χαρακτηριστικά και όχι από τις ταξικές τους θέσεις και την ισχύ τους στο πεδίο εξουσίας, διαμορφωμένο από τις ιστορικές τροχιές του καπιταλισμού, της αποικιοκρατίας και της εκμετάλλευσης στο δίκτυο των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής. Πρόκειται για μια διαδικασία, σε επίπεδο λόγου, πολιτισμοποίησης του κοινωνικού, γνώριμη κι από άλλες χρήσεις/ αναπαραστάσεις – ακόμη και θεωρητικές– της πολιτισμικής διαφοράς. Παρουσιάζονται, έτσι, τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά ως αίτιο της υποτέλειας, και ως λύση προτείνεται η “αφύπνιση”, με ενημέρωση, ευαισθητοποίηση, καλές πρακτικές, δεξιότητες ενσυναίσθησης κ.λπ., που, ωστόσο, δεν αγγίζει τις συνθήκες παραγωγής της, και μάλιστα συντείνει στην συσκότιση ή παραμόρφωση μιας τέτοιας κατανόησης (κριτικής, ανατρεπτικής) του κόσμου. Συνεπώς ο όρος woke κάνει πολλά περισσότερα, και μάλιστα διαφορετικά, από αυτά που δηλώνει ή περιγράφει.

Το woke ανήκει σε αυτήν την κατηγορία λέξεων και όρων που με τη δραστική τους επενέργεια έχουν την ισχύ να υποστηρίζουν κυρίαρχες ιδεολογίες, να κατασκευάζουν, έτσι, τη συμφέρουσα προς την κυρίαρχη τάξη παράσταση του κοινωνικού κόσμου. Το κάνουν με το να αποκρύβουν αυτήν τους τη λειτουργία και να εμφανίζονται ως κάτι άλλο από αυτό που είναι. Το woke που επικράτησε αποτελεί ένα σημαίνον, το δίχως άλλο, άδειο από το σημαινόμενο του “stay woke” των μαύρων, όπως το είδαμε να εμφανίζεται στα ταραγμένα χρόνια των εξεγέρσεων των αφροαμερικανών ενάντια στη δομική, ιστορικά θεμελιωμένη και επαναλαμβανόμενη κρατική - αστυνομική βία. Η επιτελεστική δύναμη του εκφωνήματος στο πλαίσιο της ορισμένης μαύρης κουλτούρας των αγώνων (“αφυπνίσου”, “μείνε ξύπνιος” απέναντι στη λευκή υπεροχή, προτροπή ξεσηκώματος), έχει πολύ σύντομα μεταστραφεί σε επιτελεστική αποτελεσματικότητα που επικυρώνει την ηγεμονία.

Συμπερασματικά, οι κινήσεις woke, ή στο όνομα του woke, συμβάλλουν στο αντίθετο από αυτό που διατείνονται ότι κάνουν, αποδυναμώνοντας την ισχύ ενός ριζοσπαστικού λόγου ρήξης με την κυρίαρχη τάξη πραγμάτων, και, αφαιρώντας ή αμβλύνοντας το συμβολικό βάρος των συλλογικών βιωμάτων, της ιστορικής μνήμης και των αγώνων ενάντια στην εκμεταλλευτική βία, τα παραδίδουν στην εμπορευματοποίηση. Ακόμη και το αντι-woke (μάλλον συμπληρωματικό με το woke σε έναν ενιαίο χώρο αναπαράστασης του κοινωνικού κόσμου) καταφάσκει στην παραμορφωμένη δόξα/πεποίθηση, για την ορθότητα της καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς και του νεοφιλελεύθερου προγράμματος, και επινοεί δήθεν απειλές από “τα δικαιώματα των λίγων”, αναζητώντας ερείσματα συμμαχιών στους “πολλούς”.

Με αυτούς τους τρόπους δημιουργούνται στη δημόσια σφαίρα χώροι (αταξικοί, αποϊδεολογικοποιημένοι) του συνομιλείν και της συναίνεσης προς την καπιταλιστική νεοφιλελεύθερη ηγεμονία, και χώροι στους οποίους η καταχρηστική υπονόμευση ή η δόλια οικειοποίηση των ενάντιων φωνών (όπως στην περίπτωση του woke της μαύρης κουλτούρας) θα πολλαπλασιάζεται, συρρικνώνοντας τις δυνατότητες αντίστασης, ρήξης και συμβολικής ανατροπής.

[30/11/2024]
*Σημείωση
Ενδεικτικές αναγνώσεις:
N. D. B. Connolly, 7/3/2017, «Black and Woke in Capitalist America: Revisit-ing Robert Allen’s Black Awakening… for New Times’ Sake» (άρθρο αναρτη-μένο στο: https://items.ssrc.org/reading-racial-conflict/black-and-woke-in-capitalist-america-revisiting-robert-allens-black-awakening-for-new-times-sake/).
 Kanai, A. & Gill, R.,2020, «Woke? Affect, neoliberalism, marginalised identi-ties and consumer culture», New Formations: a journal of cul-ture/theory/politics, 102(102), pp. 10-27 (διαθέσιμο ηλεκτρονικά: https://openaccess.city.ac.uk/id/eprint/25176/ ).
 Musa al-Gharbi Copyright, 2024, We Have Never Been Woke: The Cultural Contradictions of a New Elite, Princeton University Press.
Σχετικά με την εικόνα του κειμένου:
 Farida Vis , Simon Faulkner, Safiya Umoja Noble and Hannah Guy, 2019, «When Twitter Got #woke: Black Lives Matter, DeRay McKesson, Twitter, and the Appropriation of the Aesthetics of Protest» (διαθέσιμο ηλεκτρονικά: https://www.researchgate.net/publication/339100239_12_When_Twitter_Got_woke_Black_Lives_Matter_DeRay_McKesson_Twitter_and_the_Appropriation_of_the_Aesthetics_of_Protest ).