Ερμηνεύοντας “πολιτισμικά κείμενα”: μια διανοητική περιπέτεια

γράφει η Βασιλική Παπαγεωργίου,
Εθνολόγος- Κοινωνική Ανθρωπολόγος, Δρ

 

Μέρος της απόλαυσης μιας ταινίας, ενός βιβλίου, ή έργου τέχνης εν γένει, αποτελεί η ερμηνεία που τους αποδίδουμε. Η “ανάγνωση” ενός “πολιτισμικού κειμένου”, όπως θα δειχτεί στη συνέχεια, αποτελεί μια πολύπλευρη διανοητική διαδικασία που κινητοποιεί τις γνώσεις, τις εμπειρίες, τη μνήμη και τις αισθήσεις, ενώ εμπλέκει τις προτιμήσεις και το γούστο και, χωρίς υπερβολή, όλο το πολιτισμικό φορτίο και τον ιδεολογικό προσανατολισμό του θεατή/αναγνώστη/ακροατή/συμμετέχοντος. Υπό αυτό το πρίσμα, οι συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις (που μεγεθύνονται και είναι πιο ορατές ιδίως στα social media), γύρω από ένα προϊόν της τρέχουσας πολιτιστικής παραγωγής, μιας ταινίας, ενός σήριαλ, μιας διαφήμισης, μιας έκθεσης τέχνης, ενός τραγουδιού κ.ο.κ., δεν μπορεί να ιδωθούν ξέχωρα από τους διαφορετικούς, ετερόκλητους, πολιτισμικά και κοινωνικά εμπεδωμένους, τρόπους πρόσληψης και ερμηνείας.

Η εστίαση στο “πολιτισμικό κείμενο”, αποτελεί μια προνομιακή ενασχόληση στην πολιτισμική θεωρία, που έθεσε στο επίκεντρο της μελέτης της, ευρύτερα, τα προϊόντα της πολιτιστικής παραγωγής, και, γενικότερα, της δημοφιλούς κουλτούρας περίπου από τη δεκαετία του ’50 και ύστερα. Ακολουθώντας τη γραμμή του θεωρητικού της δομικής και σημειωτικής πολιτισμικής ανάλυσης, Ρολάν Μπαρτ, ζυμώθηκε με τις μεταδομιστικές θεωρίες που ακολούθησαν, τις κριτικές προσεγγίσεις μαρξιστικών καταβολών και άλλων διανοητικών ρευμάτων, για να εξελιχθεί, ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του ’70, με την ώθηση που έδωσε η βρετανική Σχολή του Μπέρμινχαμ (Κέντρο Σύγχρονων Πολιτισμικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ -CCCS). Έτσι, η πολιτισμική θεωρία εστίασε στους τρόπους “κωδικοποίησης”, κατά την παραγωγή ενός έργου (ως “πολιτισμικού κειμένου”) από τον δημιουργό, και “αποκωδικοποίησης”, κατά την “ανάγνωση”/ “πρόσληψη”/ “ερμηνεία”/ κατανάλωσή του, από το κοινό.

Στο πλαίσιο της πολιτισμικής θεωρίας, “πολιτισμικό κείμενο” θεωρείται μια συλλογή σημείων (όπως λέξεις, εικόνες, ήχοι) δημιουργημένων σύμφωνα με τις συμβάσεις που συνδέονται με κώδικες επικοινωνίας και συγκεκριμένα με ένα genre (είδος) και με ένα ειδικό μέσο επικοινωνίας (π.χ. κινηματογράφος, τηλεόραση, ραδιόφωνο, εφημερίδα). Για παράδειγμα, μια τηλεοπτική διαφήμιση, μια αστυνομική ταινία, ένα αισθηματικό μυθιστόρημα, ένα κόμικ, μια φωτογραφία, θεωρούνται και μπορεί να αναλυθούν ως “πολιτισμικά κείμενα”.

Ως τέτοια, είναι ιστορικά τοποθετημένα, έχουν ένα κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο παράγονται, από έναν δημιουργό που επίσης είναι κοινωνικά και πολιτισμικά τοποθετημένος, και με κάποια θέση περισσότερο ή λιγότερο κυρίαρχη/περιθωριακή στους κύκλους πολιτιστικής παραγωγής όπου δρα, ειδικά, ως προς τη θέση αυτή συμφέροντα, ιδεολογικό προσανατολισμό κλπ. Τα παραπάνω είναι μερικά από τα βασικά υλικά της “κωδικοποίησης”, χωρίς να σημαίνει ότι τα μηνύματα του έργου, είναι απόλυτα, ξεκάθαρα ή μονοδιάστατα, ενώ, εξάλλου, ενδέχεται να ξεφεύγουν από τις αρχικές προθέσεις του δημιουργού, και αυτό είναι το σημείο που θα αναδείξω στη συνέχεια, με την εστίασή μου στην “αποκωδικοποίηση”/ “πρόσληψη”/ “ερμηνεία” από το κοινό (θεατές/ αναγνώστες/ ακροατές/ συμμετέχοντες εν γένει).

Από τη δεκαετία του ’80, είναι εντονότερη η στροφή προς την “πρόσληψη” των πολιτισμικών κειμένων, με μια πληθώρα προσεγγίσεων από πεδία, όπως των μέσων και της επικοινωνίας, των πολιτισμικών σπουδών, της κοινωνιολογίας και ανθρωπολογίας που συγκλίνουν, αντλώντας θεωρητικά από την παράδοση και τις σχολές σκέψης που αναφέρθηκαν παραπάνω. Κομβική στην πολιτισμική ανάλυση του είδους που μας ενδιαφέρει εδώ, υπήρξε η συμβολή του Ουμπέρτο Έκο με τη διάκριση που παρουσίασε ανάμεσα σε “κλειστά” και “ανοιχτά κείμενα”. Τα πρώτα καθιστούν περιορισμένη τη δυνατότητα ερμηνείας και νοηματοδότησης, ενώ τα δεύτερα ενθαρρύνουν την πολλαπλότητα των ερμηνειών και των τρόπων “ανάγνωσης”, διευρύνοντας το στοχασμό και τη φαντασία. Πρόκειται, εξάλλου, για μια παρόμοια με την αντίστοιχη διάκριση, που είχε εισηγηθεί παλιότερα ο Μπαρτ, σε κείμενα readerly (κλειστά)/ writerly (ανοιχτά), όπου τα δεύτερα προϋποθέτουν έναν πιο ενεργό “αναγνώστη”/ερμηνευτή σε σχέση με τα πρώτα, που είναι εύκολα, προβλέψιμα ή απλά στην αφήγηση.

Η εστίαση στην “πρόσληψη”, έδωσε έμφαση στο κοινό των πολιτιστικών έργων, που δεν τα “καταναλώνει” με την επιφανειακή έννοια του πολιτιστικού μάρκετινγκ, αλλά αποτελείται από δρώντα υποκείμενα που απολαμβάνουν, επικοινωνούν, στοχάζονται, διαπραγματεύονται ταυτότητες, δίνουν μια πληθώρα νοημάτων και τα ερμηνεύουν με διαφορετικούς και ποικίλους τρόπους. Η “πρόσληψη” είναι καταστασιακή, και ως ερμηνευτική διαδικασία, αποτελεί μέσο κατανόησης της πραγματικότητας, ενώ την ίδια στιγμή συμμετέχει στη διαμόρφωσή της.

Το άτομο που επέχει θέση κοινού είναι δρων υποκείμενο, με την ανθρωπολογική έννοια, και, άρα, φέρει συγκεκριμένες προσλαμβάνουσες, αντιλήψεις, γνώσεις, μέσω των οποίων στοχάζεται, αλλά και γούστα/προτιμήσεις σύμφυτα στο ταξικό του έθος. Για παράδειγμα, o αναγνώστης ή θεατής που ανήκει στα λαϊκά στρώματα, μπορεί να αποστρέφεται τα δυσνόητα γι’ αυτόν βιβλία ή ταινίες, επιλέγοντας κάτι που μπορεί να “αναγνώσει” πιο εύκολα. Στη ίδια αναλυτική γραμμή, ένα έργο μπορεί να “διαβαστεί” ως τολμηρό, προσβλητικό, ασεβές, υβριστικό ή, για να προσθέσω ενδεικτικά, πρωτοποριακό και ρηξικέλευθο, συντηρητικό ή χειραφετητικό, κ.ο.κ. ανάλογα με την ιδεολογική/ πολιτισμική οπτική του ερμηνευτή, τις προκαταλήψεις του, και άλλες ορίζουσες της ταυτότητάς του, όπως φύλο, εθνοτική/ πολιτισμική ομάδα στην οποία ανήκει κ.λπ.

Άρα, με μια έννοια, “κείμενο” και “αναγνώστης” (/θεατής/ακροατής/συμμετέχων) “συνομιλούν”, κάτι που συνιστά μια δημιουργική πολιτισμική διαδικασία. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να αποδοθεί σε καμία περίπτωση από στατικά επικοινωνιακά μοντέλα (πομπός-μήνυμα-δέκτης), που δεν είναι δυνατό να αποτυπώσουν τη δυναμική της. Αν δεχτούμε, όμως, ότι υπάρχει μια κατά κάποιον τρόπο “συνομιλία”, θα πρέπει να επανέρθουμε τώρα στο ίδιο το “κείμενο”, για το οποίο ήδη δεχτήκαμε τη διάκριση τού Έκο σε “κλειστότητα”/ “ανοιχτότητα”. Έτσι, λοιπόν, είναι λογικό να εντοπίζουμε κάθε φορά τα μηνύματα που ενθαρρύνει ή/ και αποκλείει ένα κείμενο – και η δομή της κωδικοποίησής του – και τις πιθανές κατευθύνσεις “ανάγνωσης”, παρότι, υπογραμμίζω, η διαδικασία της “αποκωδικοποίησης”/ “ερμηνείας” είναι πάντοτε ατέρμονη.

Αν πάρουμε ενδεικτικά το παράδειγμα μιας αστυνομικής ταινίας, που έχει το βασικό σχήμα “ο καλός κυνηγάει τον κακό”, η δομή αυτή προσανατολίζει την “ανάγνωση”, παρότι ο θεατής μπορεί να προβεί σε ποικίλες νοηματοδοτήσεις που έχουν σχέση με τις εμπειρίες, τις προτιμήσεις του, την ιδεολογία του κ.λπ. Μπορούμε να σκεφτούμε και πολλά άλλα παραδείγματα, όπως μια κωμική τηλεοπτική σειρά, που συμβαίνουν προβλέψιμες γκάφες και άλλα ευτράπελα με τους χαρακτήρες σε συγκεκριμένους κάθε φορά ρόλους. Τα δύο προαναφερθέντα παραδείγματα ανήκουν κατά βάση στην κατηγορία των “κλειστών πολιτισμικών κειμένων”.

Τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα βέβαια στα “ανοιχτά κείμενα” που επιδέχονται πολλαπλές “αναγνώσεις” και ερμηνείες. Αυτή είναι η περίπτωση της σύνθετης και πλούσιας σκηνοθετικά ταινίας του Γιώργου Λάνθιμου, “Poor Things” που προβάλλεται αυτήν την περίοδο στους κινηματογράφους. Η ταινία έχει δεχτεί διθυραμβικές κριτικές και βραβεύσεις σε διεθνές επίπεδο, αλλά προκάλεσε υπερβολικές αντιδράσεις στο ελληνικό κοινό, όπως προκύπτει από τα social media, με άξονα τις διαφορετικές και αντικρουόμενες “αναγνώσεις” της, κυρίως, σε σχέση με το θέμα της γυναικείας χειραφέτησης και την αναπαράστασή του από τον σκηνοθέτη. Με έναν παρόμοιο τρόπο, “ανοιχτό κείμενο” μπορούμε να θεωρήσουμε και την ταινία “Φόνισσα” της Εύας Νάθενα (έργο επίσης αυτής της περιόδου), όχι για την ένταση των διαξιφισμών όπως στην περίπτωση του Λάνθιμου, αλλά για την πληθώρα και εδώ των ερεθισμάτων και του σύνθετου πλέγματος νοημάτων προς αποκωδικοποίηση και ερμηνεία.


library 1000

 

Jacob Lawrence, The Library,1960, πηγή: εδώ

 

 

 

Τα πολιτισμικά προϊόντα που καταναλώνουμε ως “πολιτισμικά κείμενα” διαμεσολαβούν την εμπειρία του κόσμου μας αλλά και τον συνδιαμορφώνουν, προσανατολίζουν τα υποκείμενα, προτείνουν αναπαραστάσεις, τρόπους θέασης της κοινωνικής πραγματικότητας, αρθρώνουν κυρίαρχες ή υποτελείς αφηγήσεις, κατασκευάζουν μύθους που αναπαράγουμε και τοποθετούμε στο δικό μας πολιτισμικό ρεπερτόριο. Οι κειμενικές αναλύσεις των έργων της πολιτισμικής παραγωγής (που βασίζονται στην πολιτισμική θεωρία που συνοπτικά παρουσιάστηκε εδώ) υπογραμμίζουν τις δυνατότητες για τις διαφορετικές στρατηγικές “ανάγνωσης” και την πληθυντικότητα των νοημάτων, ιδιαίτερα στην περίπτωση των “ανοιχτών κειμένων”, όπως του “Poor Things” ή της “Φόνισσας”, όπως είδαμε. Το έργο-ως-“κείμενο” το οικειοποιείται ο “ερμηνευτής” του και το “μεταφράζει” με τους δικούς του όρους και ταιριαστά με τις δικές του ανάγκες, ακόμη και ενάντια στα κυρίαρχα μηνύματα ή διαφωνώντας με τις προθέσεις του δημιουργού του. Αυτή η διαδικασία “πρόσληψης/ερμηνείας” αποτελεί μια διανοητική περιπέτεια, τόσο εντονότερη, όσο μεγαλύτερη η επιθυμία του θεατή/αναγνώστη/ακροατή/συμμετέχοντος να αναμετρηθεί μαζί της και να μυηθεί στον κόσμο του έργου, κερδίζοντας την απόλαυση που αναμένεται από μια τέτοια πρόκληση.

[14/1/2024]
Σημείωση
Ενδεικτικές βιβλιογραφικές αναφορές:
 Daniel Chandler, Σημειωτική για Αρχαρίους, Μετάφραση: Μαρία Κωνσταντοπούλου. (Η αρχική αγγλική έκδοση Semiotics for Beginners είναι διαθέσιμη online από το 1995, και αποτελεί παραδόσεις των ακαδημαϊκών μαθημάτων τού καθηγητή σημειωτικής Daniel Chandler, βλ. σχετικά εδώ).
 Τζέημς Κάρραν και Μάικλ Γκουρέβιτς , ΜΜΕ και Κοινωνία, μετάφραση Δ. Γ. Κίκιζας, 2011, Αθήνα: Πατάκης.
 Ντένις ΜακΚουέιλ, Η θεωρία της Μαζικής Επικοινωνίας για τον 21ο αιώνα, μετάφραση Κ. Μεταξά, 2003, Αθήνα: Kαστανιώτης.
 Smith Philip, Πολιτισμική θεωρία, 2006, Αθήνα: Κριτική.