Γράφει η Βασιλική Παπαγεωργίου Εθνολόγος- Κοιν. Ανθρωπολόγος, Δρ
Μέσα στη κρίση της πανδημίας του Covid-19, η ανακοίνωση της κυβερνητικής απόφασης για ένα έκτακτο επίδομα σε μακροχρόνια ανέργους δημιούργησε μεγάλη αναταραχή στο κοινό που ενδεχόμενα απευθυνόταν. Και, κατ’ αρχήν, περί του όρου: τι είναι “μακροχρόνια άνεργος”. Αυτή δεν είναι μια γενική περιγραφική κατηγορία αλλά ένας ειδικός ορισμός με απορρέουσες συνέπειες στη διαχείριση των ανέργων. Στη συνέχεια, όμως, διαπιστώθηκε ότι τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά. Το υπουργείο εργασίας εξειδίκευε περισσότερο την κατηγορία των δικαιούχων. Παρουσίασε ως κριτήριο κάποιες ημερομηνίες που όριζαν σαφώς συγκεκριμένο χρονικό διάστημα μακροχρόνιας ανεργίας. [1]Το υπουργείο έκρινε σκόπιμο πως δεν έπρεπε να πάρουν επιδότηση οι πιο μεγάλο χρονικό διάστημα όντες άνεργοι, οι οποίοι, έτσι, έχαναν την ευκαιρία της οικονομικής ενίσχυσης.
Μια χοντρική εκτίμηση εδώ, είναι το πιθανό μήνυμα ανταμοιβής προς τους πιο συνεπείς ανέργους, αυτούς, δηλαδή, που φαίνονται ενεργοί ως “αναζητούντες εργασία”, όρος που έχει καθιερωθεί πλέον στην ευρωπαϊκή ατζέντα ως προτιμητέος έναντι του όρου άνεργοι, δηλωτικός μετατοπίσεων του κράτους πρόνοιας που θα θιχτούν ακολούθως. [2] Γενικότερα, πάντως, το προαναφερθέν παράδειγμα θα μπορούσε να ιδωθεί ως μια “άσκηση” σε νέες γραφειοκρατικές πειθαρχίες, αυτές που θα αποκαλούσα “πειθαρχίες της επιβίωσης”.
Τις είδαμε να αναπτύσσονται κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης με τη δραματική επέλαση των δεινών της οικονομικής δυσπραγίας και την εξουθενωτική έκθεση στην επαπειλούμενη ανασφάλεια (βλ. ουρές στα ΑΤΜ λόγω capital controls) και σε ένα κρεσέντο περικοπών που σηματοδοτούν τη μετάβαση σε ένα κράτος ελάχιστης πρόνοιας. Αρωγοί του κράτους στο μεταβατικό στάδιο της κρίσης οι παντοειδείς κοινωνικές δράσεις αλληλεγγύης, όπως συσσίτια, με τη διαμεσολάβηση της “κοινωνίας των πολιτών” (ΜΚΟ, εθελοντισμός) που ήταν έτοιμη να στηρίξει ως πυλώνας τη λαβωμένη κοινωνική πρόνοια, παράλληλα με το να διατρανώνει (μέσω της μιντιακής υπερπροβολής εικόνων π.χ. διανομής αγαθών σε ουρές αναξιοπαθούντων) το νέο της ρόλο στην κανονικοποίηση μιας κατάστασης οριακής επιβίωσης.
Το κράτος πρόνοιας συρρικνώνεται, βέβαια, ήδη και πριν την οικονομική κρίση του 2008, καθώς οι πόροι διανέμονται με τα κριτήρια μιας πολιτικής που υπηρετεί το κεφάλαιο των υπερεθνικών εταιρειών και την καπιταλιστική κεφαλαιακή συσσώρευση. [3] Σταδιακά η μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων, διαρκές αίτημα του παλαιότερου κράτους και των δομών που το στήριζαν, αντικαθίσταται από μια βιοπολιτική της (οριακής) επιβίωσης. Χαρακτηριστικά εδώ, ως εφαρμογή τέτοιου είδους πολιτικών μέτρων, έχουμε την οριστική περικοπή του ΕΚΑΣ, ενός σχετικά σταθερού μηνιαίου βοηθήματος σε χαμηλοσυνταξιούχους, και την υιοθέτηση του ΚΕΑ (Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης), του κοινωνικού μερίσματος και λογής έκτακτων επιδομάτων.
Την ονομάζω βιοπολιτική, γιατί κατευθύνει το συλλογικό σώμα των αποκλεισμένων σε ένα συνεχές κυνήγι επάρκειας, δηλαδή, της κάλυψης κριτηρίων και προϋποθέσεων, ασκώντας ψυχολογική βία να αποδεχτείς μια ρουτίνα ανάξια και υποτιμημένη, ως το μέγιστο αυτού που σου αξίζει ως άτομο. Ο βίος προσανατολίζεται π.χ. στη λήψη ενός επιδόματος, που ως φετίχ υποκαθιστά έναν πραγματικό κοινωνικό και ανθρώπινο βίο και παράλληλα – αυτή η ρουτίνα– κρατά το συλλογικό σώμα σε έλεγχο από έναν ανεπιθύμητο πολιτικό στασιασμό τύπου “κίτρινων γιλέκων”.
Αυτή η βιοπολιτική απαιτεί μια πύκνωση της γραφειοκρατίας, που βασίζεται σε συνεχείς ταξινομήσεις ένταξης και αποκλεισμού, και παρόλη την ιδεολογική φενάκη ότι ο ψηφιακός μετασχηματισμός θα διευκολύνει τον πολίτη, ο πολίτης καθίσταται χρήστης μιας δυσνόητης γραφειοκρατίας, αυταρχικά απαιτητικής και ασφυκτικά περιοριστικής.
Το θέμα αυτό αφηγείται και αναπαριστά η μοναδική ταινία του Κεν Λόουτς «Εγώ ο Ντάνιελ Μπλέικ» (2016), από την οποία αντλώ ορισμένα ερεθίσματα εδώ. Ο ήρωας, ένας 59χρονος ξυλουργός από το Νιούκαστλ, που έπειτα από ένα σοβαρό καρδιακό επεισόδιο δεν μπορεί να δουλέψει, βιώνει το γραφειοκρατικό λαβύρινθο των κρατικών υπηρεσιών πρόνοιας της Μ. Βρετάνιας του άκρατου νεοφιλελευθερισμού και της οικονομικής κρίσης.
Βρίσκεται στο αδιέξοδο ανάμεσα σε δύο διαθέσιμες επιλογές επιβίωσης, το επίδομα “εύρεσης εργασίας” – γι’ αυτούς που το σύστημα κρίνει ικανούς προς εργασία – και το επίδομα “απασχόλησης και στήριξης” – γι’ αρρώστους, ανάπηρους κ.α. Καθώς του αναγνωρίζεται το πρώτο, πρέπει να αποδεικνύει ότι ψάχνει εργασία. συμμετέχοντας σε σεμινάρια τεχνικών και κλείνοντας ραντεβού με εργοδότες. Παράλληλα, περιμένει την επιτροπή που θα αποφασίσει για την ένστασή του, με την οποία διεκδικεί το δεύτερο επίδομα από το οποίο εξαρτάται η ίδια η ζωή του.
Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, είναι πλέον εμφανές ότι τα εθνικά κράτη, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στον ευρωπαϊκό χώρο, εφαρμόζουν το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα της καθαρής οικονομίας της αγοράς. Το κράτος πρόνοιας υποχωρεί δραματικά, εκατομμύρια θέσεις εργασίας χάνονται, και ένα μεγάλο μέρος πληθυσμού φτωχοποιείται. Αυτή η “ρεζέρβα” εργατικού δυναμικού κινείται ανάμεσα σε διαστήματα ανεργίας και προσωρινής/ ευέλικτης απασχόλησης, είτε ανάμεσα σε μηδενικό εισόδημα και κάποιας μορφής επιδότηση/οικονομική παροχή. Επιπλέον είναι ένα κοινωνικό σώμα εκτός εκπροσώπησης, αφού δεν υπάρχει συλλογικός φορέας που να αντισταθμίζει την απουσία του θεσμοθετημένου συνδικαλισμού –. πλεονέκτημα που σε κάποιο βαθμό δε στερούνται οι εργαζόμενοι (αν και αυτό είναι μία γενίκευση που δε φαίνεται να ισχύει στον ίδιο βαθμό για κατηγορίες όπως έκτακτοι του δημοσίου, ή πολλοί εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα).
Οι πολιτικές της επιβίωσης προσπαθούν να περιορίσουν ασφυκτικά, να ελαχιστοποιήσουν τις ρωγμές μέσα από τις οποίες κάποιος μπορεί να αναζητήσει διέξοδο για να βελτιώσει τις υλικές συνθήκες ύπαρξής του, (π.χ. πλανόδιοι πωλητές όπως –για να θυμίσω εδώ μια γνωστή υπόθεση που παρουσιάστηκε στα μέσα το 2019 – η παράνομη γιαγιά με τα τερλίκια) κρατώντας τα υποκείμενα μονίμως ελεγχόμενα.
Τούτο επιτυγχάνεται ακόμη πιο αποτελεσματικά, όπως έθιξα παραπάνω, μέσω της λεγόμενης ψηφιακής κυβερνητικότητας, με την οποία τηρούνται αρχεία και δεδομένα προσωπικής ταυτοποίησης με δυνατότητα άμεσης αναζήτησης και ελέγχου. Έτσι, για παράδειγμα, η σταδιακή επέκταση των ηλεκτρονικών πληρωμών κα του ψηφιακού χρήματος θα τυποποιήσει όλες τις συναλλαγές, ελέγχοντας κάθε αποτύπωμα, εκμηδενίζοντας ακόμη και την απλή εγχρήματη ελεημοσύνη.
Οι επιβαλλόμενες γραφειοκρατίες της επιβίωσης συνιστούν βιοεξουσία με την τυπική έννοια που προσέδωσε ο Φουκώ, που εφαρμόζεται όμως σε ένα νέο στάδιο ύστερου καπιταλισμού και μετανεωτερικότητας στις δυτικές κοινωνίες του κέντρου, κατά το οποίο ξετυλίγεται μπροστά μας η αποκαλούμενη τέταρτη βιομηχανική επανάσταση. Το κράτος πρόνοιας μεταθέτει τα βάρη στο κοινωνικό σώμα που με τη σειρά του πρέπει να ασκείται σε τεχνικές προσαρμογής και διαχείρισης της επιβίωσής του: τα ακαδημαϊκά ιδρύματα, έτσι, μετατρέπονται σε παρόχους προγραμμάτων κατάρτισης προς ενδιαφερόμενους να αποκτήσουν πιστοποιημένες δεξιότητες, οι οικογενειακοί ιατροί συνδέονται με πελάτες για τους οποίους προορίζονται ελεγχόμενες υπηρεσίες υγείας, και το υπουργείο εργασίας υλοποιεί δράσεις απασχόλησης για επιλέξιμους υποψηφίους, βάση σταθμισμένων κριτηρίων. Μια σειρά έκτακτων επιδομάτων – αφού συζητούνται για πολύ καιρό δημόσια, αυξάνοντας την προσμονή και το ψυχολογικό άχθος στους πιθανούς αποδέκτες, οι οποίοι πάντα είναι πολύ λιγότεροι στο τέλος– χορηγούνται ως δώρα-εκπλήξεις, από ένα κράτος που ανταμείβει τη γραφειοκρατική πειθαρχία.
Σε αυτό το πλαίσιο ο εαυτός/το άτομο καλείται να είναι (πολίτης) σε εγρήγορση, ψηφιακά εγγράμματος, διαχειριστής των γραφειοκρατικών προσδιοριστικών του, ενσυνείδητος και πειθαρχημένος εφαρμοστής της γραφειοκρατικής πολιτειότητας, με άλλα λόγια ένας χρήστης του γραφειοκρατικού – ψηφιακά απεικονισμένου, υπολογιστικά σχεδιασμένου – συστήματος.

Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ απαιτώ επίδομα προτού πεινάσω …¨:το γκράφιτι διαμαρτυρίας του ήρωα στον τοίχο της κρατικής υπηρεσίας πρόνοιας
Δανείζομαι, τελειώνοντας, ξανά από την εμπνευσμένη ταινία του πάντα ριζοσπάστη Κεν Λόουτς, τα τελευταία λόγια του πρωταγωνιστή του (στ’ αλήθεια πεθαίνει κυριολεκτικά από την κρατική γραφειοκρατία για ένα επίδομα):
«δεν είμαι πελάτης, αγοραστής, ούτε χρήστης υπηρεσιών
δεν είμαι φυγόπονος, τζαμπατζής, ζητιάνος μα ούτε και κλέφτης
δεν είμαι ένας Εθνικός Αριθμός Ασφάλισης
ούτε κι ένα στίγμα σε μια οθόνη
………..
δε δέχομαι ούτε ζητώ ελεημοσύνη
είμαι άνθρωπος δεν είμαι σκύλος
απαιτώ να μου φέρεστε με σεβασμό
Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλεικ, είμαι ΠΟΛΙΤΗΣ,
τίποτα περισσότερο τίποτα λιγότερο…»
[26/4/2020]
Σημειώσεις
(Γελοιογραφία Κώστα Μητρόπουλου, 8/2/2013. Πηγή: http://viotianet.gr/archives/4357)
[1] Βλ. π.χ. https://www.lifo.gr/now/economy/279475/anoikse-i-platforma-gia-to-epidoma-ton-400-eyro-i-prothesmia-gia-kataxorisi-ton-dikaioyxon: διευκρινήσεις για τους όρους μεταξύ άλλων: «Οι δικαιούχοι, δηλαδή όσοι είναι μακροχρόνια άνεργοι από 12 έως 24,5 μήνες και δεν έλαβαν το επίδομα μακροχρόνιας ανεργίας...»
[2] Βλ. Άρθρο των T. Bolandray και G. Waterford, 2015, «The death of unemployment and the birth of job-seeking in welfare policy: governing a liminal experience», Irish Journal of Sociology, Vol. 23.2, σελ. 29–48. Το άρθρο ανακτήθηκε 25/4/2020 από: https://www.researchgate.net/publication/283790102_The_Death_of_Unemployment_and_the_Birth_of_Job-Seeking_in_Welfare_Policy_Governing_a_Liminal_Experience
[3] Βλ. Κείμενα - παρεμβάσεις του σπουδαίου θεωρητικού Pierre Bourdieu, Αντεπίθεση πυρών, για ένα ευρωπαϊκό κοινωνικό κίνημα, (πρόλογος. Ν. Παναγιωτόπουλος), Αθήνα, Πατάκης, 2017. Βλ. επίσης και το κείμενό μου επηρεασμένο από τις αναλύσεις του ανατρεπτικού διανοούμενου: Βασιλική Παπαγεωργίου, «Η συμβολική διάσταση της νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας στη σύγχρονη Ελλάδα: Mια κριτική ανθρωπολογική προσέγγιση του πολιτικού», 2019, 6ο Τακτικό Συνέδριο της ΕΚΕ “H Κοινωνιολογία και ο Δημόσιος Ρόλος της στην Εποχή της Μεταμόρφωσης του Κόσμου”, ηλεκτρονικά πρακτικά: http://www.hellenicsociology.gr/sites/default/files/eke_conference_book_v310119.pdf