«Καλάβρυτα 1943»: Αναπαράσταση στον κινηματογράφο και πολιτισμικές εντάσεις για την ιστορική μνήμη

γράφει η Βασιλική Παπαγεωργίου, Εθνολόγος- Κοιν. Ανθρωπολόγος, Δρ

 

Στις Πολιτισμικές Σπουδές η αναπαράσταση (representation) αποτελεί μια κεντρική έννοια. Γενικά νοείται ως αναπαράσταση ο τρόπος σύνθεσης, κωδικοποίησης και κατασκευής ενός πολιτισμικού κειμένου, ώστε να παράγεται ένα νοηματικό αποτέλεσμα που αποδίδει εκφραστικά μια ιδέα, ένα γεγονός, ένα θέμα ή με άλλα λόγια αφηγείται κάτι. Έτσι, το ίδιο θέμα/ιδέα/ γεγονός κ.α. (π.χ. ο έρωτας) μπορεί να αναπαρασταθεί με ποικίλους, δυνητικά άπειρους, τρόπους.

  Κάθε πολιτιστικό προϊόν/ πολιτισμικό κείμενο μπορεί, επίσης, να ερμηνευτεί με ποικίλους και ετερόκλητους τρόπους, που εξαρτώνται, όχι μόνο από τις αρχές της αναπαράστασης (μέσα, τρόποι, τεχνικές που έχουν χρησιμοποιηθεί) αλλά και από παράγοντες, όπως η κοινωνική και πολιτισμική ταυτότητα του κοινού στο οποίο απευθύνεται, το ιστορικό πλαίσιο, η προβολή /προώθηση από την πολιτιστική βιομηχανία.

  Παράλληλα, η αναπαράσταση έχει διττό περιεχόμενο, σύμφωνα με τον κορυφαίο θεωρητικό των Πολιτισμικών Σπουδών, Stuart Hall. Εκτός από την παραγωγή μιας αφήγησης, σημαίνει και την εκπροσώπηση, δηλαδή ποιος κάνει την πράξη της αναπαράστασης, για λογαριασμού ποιου και από ποια θέση ομιλεί.
Πολλές από τις συγκρούσεις γύρω από πολιτισμικά/συμβολικά διακυβεύματα αποτελούν στην ουσία αντιπαραθέσεις διαμφισβητούμενων αναπαραστάσεων. Και αυτή η μορφή “πολιτισμικών πολέμων” που αφορά συχνά προβεβλημένα “κείμενα” της μαζικής κουλτούρας (ταινίες, βιβλία, μουσειακές εκθέσεις, μνημεία στο δημόσιο χώρο κ.λπ.), πυκνώνει τις τελευταίες δεκαετίες, καθώς σχετίζεται με κινήματα ταυτοτήτων και κινήματα υποτελών ομάδων που αναζητούν δημόσιο λόγο και εκπροσώπηση στη δημόσια σφαίρα (χαρακτηριστική η περίπτωση των πολιτισμικών εντάσεων στο πλαίσιο του κινήματος των μαύρων στην Αμερική, black lives matter).

  Θα μπορούσε να ιδωθεί υπό αυτό το αναλυτικό πρίσμα η πολύ πρόσφατη διαμάχη για την ταινία «Καλάβρυτα 1943» που παρουσιάστηκε κατά κύριο λόγο ως αντιπαράθεση γύρω από την ιστορική αλήθεια και τη συλλογική μνήμη (βλ. ενδεικτικά https://www.iefimerida.gr/zoi/tainia-kalabryta-1943-max-fon-sintof-kalo-nazi). Η ταινία πραγματεύεται τη σφαγή των Καλαβρύτων από την 117η γερμανική μεραρχία καταδρομών στις 13 Δεκέμβρη του 1943, και η αντίδραση, κυρίως από τη μεριά των ίδιων των Καλαβρυτινών, επικεντρώθηκε ειδικότερα σε μια σκηνή που πήρε διαστάσεις, καθώς συμπεριλαμβάνεται στο τρέιλερ της ταινίας (

). Η επίμαχη σκηνή, μόλις λίγων δευτερολέπτων (προς το τέλος του 2ου λεπτού του βίντεο), δείχνει τον αυστριακό φρουρό του σχολείου να ανοίγει την πόρτα, ελευθερώνοντας, έτσι, τα γυναικόπαιδα που ήταν εγκλωβισμένα μέσα.

  Μια αναπαράσταση του είδους, που επινοεί/ κατασκευάζει, δηλαδή, το πορτραίτο του “καλού Αυστριακού”, καθόλου δεν θα μπορούσε να περάσει ως ουδέτερη, με τους υπαινιγμούς της να παράγουν μια διαφορετική αφήγηση από την εντόπια αλλά και ευρύτερα τη συλλογική αφήγηση των Ελλήνων γύρω από το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων και τη ναζιστική κατοχή. Δεν είναι δυνατόν η σκηνή, και η ταινία συνολικά, να ερμηνευτεί ξέχωρα από ένα πλέγμα πολιτισμικών σημασιών, στο πλαίσιο των οποίων ο Γερμανός κατακτητής εκπροσωπεί το “απόλυτο κακό” και δεν νοείται ότι μπορεί να σχετιστεί με οτιδήποτε ανθρώπινο. Συνιστά λοιπόν προσβολή, κατ’ αυτήν την πολιτισμική προσέγγιση, οποιαδήποτε προσπάθεια εξωραϊσμού μιας τόσο ισχυρής εικόνας/ συλλογικής παράστασης.

 Από την σκοπιά της φιλμικής αναπαράστασης, το επιχείρημα της μυθοπλασίας που οι παράγοντες της ταινίας έχουν επικαλεστεί (https://www.kathimerini.gr/culture/561584056/n-dimitropoylos-skinothetis-toy-kalavryta-1943-den-yparchei-100-istorika-akrivis-tainia/), απλά απαντά στο ερώτημα αν απεικονίζεται η “αλήθεια”, δηλαδή, μια σκηνή όπως ακριβώς έλαβε χώρα στην πραγματικότητα: αφού η μυθοπλασία δεν αναπαράγει τα γεγονότα όπως έγιναν αλλά μπορεί να παρουσιάσει άλλες εκδοχές, συνεπώς δικαιολογείται η συγκεκριμένη σκηνή, σύμφωνα με τους δημιουργούς. Ωστόσο, εκείνο που αγνοείται εδώ, είναι ότι, πέρα από το να θέτει η αμφισβητούμενη σκηνή το ζήτημα της ιστορικής αλήθειας και τεκμηρίωσης, – τι ακριβώς έγινε εκείνη την απειροελάχιστη στιγμή του χρόνου–, αγγίζει και θίγει πρωτίστως το ζήτημα της συλλογικής κοινωνικής μνήμης. Αυτή η μνήμη έτσι έχει διαφυλάξει τα γεγονότα, δηλαδή, όχι μόνο με διαφορετική εκδοχή τού πώς διέφυγαν οι έγκλειστοι του σχολείου (κατά τις μαρτυρίες, διέφυγαν ανοίγοντας μόνοι τους πόρτες και παράθυρα), αλλά και με την απόλυτη απουσία ανθρώπινης συμπόνοιας από τη μεριά των Γερμανών κατακτητών. Ξεκάθαρα δεν υπήρξε ουδείς “καλός Γερμανός” στη συλλογική κοινωνική μνήμη.

 

kalavryta 1150
Αφίσα από έκθεση του ΔΜΚΟ την τρέχουσα περίοδο https://www.dmko.gr/9454/deltio-typoy-3/

  Η κοινωνική πραγματικότητα συντίθεται μέσα από τις αναπαραστάσεις της. Οι προφορικές παραδόσεις και αφηγήσεις είναι αναπαραστάσεις και παράγουν την κοινωνική μνήμη που είναι βίωμα μιας ομάδας ανθρώπων που την αφορά. Το Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος έχει διαδραματίσει τεράστιο ρόλο, ιστορικό και εκπαιδευτικό, προς αυτήν την κατεύθυνση της διάσωσης, παραγωγής και προβολής ενός συνεκτικού εντόπιου λόγου, ενώ συμμετέχει ενεργά με επιστημονική αρχειακή τεκμηρίωση στην υποστήριξη της διεκδίκησης των γερμανικών αποζημιώσεων και επανορθώσεων για τους απογόνους των θυμάτων του Καλαβρυτινού ολοκαυτώματος. Το δε δημοτικό σχολείο Καλαβρύτων έχει αναδειχτεί ως κεντρικό σύμβολο μνήμης εκείνης της ημέρας και τόπος ιερός (https://www.dmko.gr/istoria/). Αν μια ταινία έρχεται να αμφισβητήσει αυτή την κοινή μνήμη – και μπορεί να το κάνει παίζοντας με τα λεπτά νοήματα μιας φιλμικής αναπαράστασης (που μάλιστα δεν αφορά μόνο μια σκηνή αλλά συνολικά μια αφήγηση που βασίζεται στα πορτραίτα Ελλήνων και Γερμανών που φιλοτεχνεί) –, διαπράττει ύβρη με μια έννοια. Γιατί η δική της – μιντιακά διαμεσολαβημένη και μιντιακά υπερπροβεβλημένη– αναπαράσταση, δυνητικά, θα αποτελέσει εφεξής ενεργό μέρος, με τη σειρά της, των συλλογικών αναπαραστάσεων, συμπεριλαμβανομένων και όλων όσων εξέρχονται στη δημόσια σφαίρα ως συμβολικά εξέχουσες.
 

   Η αγανάκτηση και η οργή, λοιπόν, από τη μεριά, κυρίως, του κοινού εντόπιων Καλαβρυτινών, αλλά και του ευρύτερου ενδεχομένως ελληνικού κοινού, είναι δικαιολογημένες. Απόλυτη έκφρασή τους βρίσκουμε στα λόγια του Γεώργιου Δημόπουλου, 91 ετών, και από τους ελάχιστους επιζώντες του ολοκαυτώματος σήμερα, που κατά καιρούς σε συνεντεύξεις έχει αφηγηθεί τα γεγονότα, παρέχοντας μια πολύτιμη πηγή προφορικής μνήμης και ιστορίας. Η δική του “φωνή”, καθαρή και διαυγής παρά την ηλικία του, αναζητήθηκε ξανά αυτές τις μέρες με αφορμή την ταινία [βλ. Τα παιδιά του Ολοκαυτώματος των Καλαβρύτων θυμούνται τη φρίκη, ραδιοφωνικό ντοκιμαντέρ, 11/12/2021, https://www.ertnews.gr/anadromes/ta-paidia-toy-olokaytomatos-ton-kalavryton-thymoyntai-ti-friki-audio-documentary/ και ρεπορτάζ στην ηλεκτρονική Pelop.gr, 4/11/2021, https://pelop.gr/apokleistiko-kalavryta-1943-katapeltis-91chronos-epizon-tou-olokaftomatos-kai-egkleistos-tou-scholeiou-mas-skotonoun-gia-defteri-fora/ ].

  Επιβάλλοντας το σεβασμό στην εντόπια μνήμη και στη ρητή επιθυμία να απορριφτεί η ταινία και οι χρηματοδότες της που δείχνουν “χυδαιότητες”, ως “βεβήλωση πάνω στα ιερά και όσιά μας”, μια τέτοια φωνή δεν θα ήταν ηθικό να εξοβελιστεί από τη δημόσια σφαίρα και να αγνοηθεί. Άλλωστε, σε ό,τι αφορά στην εκπροσώπηση (αναπαράσταση/representation ως εκπροσώπηση, όπως ανέφερα στην αρχή) είναι εξαιρετικά σημαντικό, ότι σε αυτήν την περίπτωση, αμφισβητείται όχι μόνο η αναπαράσταση της σκηνής της εξόδου, αλλά και η αξίωση της ομάδας παραγωγής της ταινίας «Καλάβρυτα 1943» να μιλήσει εξ’ ονόματος αυτών τους οποίους αφορά και στους οποίους αναφέρεται η ταινία.

[12/12/2021]

 

Pin It