Με αφορμή τις δηλώσεις του Wim Wenders
του Παναγιώτη Χαλούλου
Οι δηλώσεις του Abdallah Al-Khatib, του οποίου η ταινία «Chronicles From the Siege» κέρδισε το βραβείο της ενότητας «Perspectives» της Berlinale για νέους σκηνοθέτες, ολοκλήρωσαν ένα φεστιβάλ με έντονο πολιτικό χαρακτήρα, με τους διοργανωτές να δέχονται κριτική από ηθοποιούς και σκηνοθέτες: «Θα μπορούσα να πω ευχαριστώ και πόσο χαρούμενος είμαι, αλλά είμαι Παλαιστίνιος και θα μιλήσω για την Παλαιστίνη. Σκέφτηκα πολλές φορές να αποχωρήσω από το Φεστιβάλ αλλά έμεινα γιατί ήθελα να σταθώ εδώ και να πω πως μια μέρα η Παλαιστίνη θα είναι ελεύθερη και θα έχουμε το δικό μας φεστιβάλ που θα συμπαραστέκεται σε όσους βρίσκονται κάτω από κατοχή, πολιορκία και δικτατορία σε όλον τον κόσμο. Και θα βάζουμε την πολιτική πάνω από το σινεμά, την ελευθερία πάνω από την ομορφιά και τον άνθρωπο πάνω από την κουλτούρα. Μερικοί μού είπαν ότι ίσως πρέπει να είμαι προσεκτικός πριν πω αυτό που θέλω να πω τώρα, επειδή είμαι πρόσφυγας στη Γερμανία και υπάρχουν τόσα πολλά όρια. Αλλά δεν με νοιάζει. Με νοιάζει ο λαός μου, η Παλαιστίνη. Θα πω λοιπόν τα τελευταία μου λόγια προς τη γερμανική κυβέρνηση. Είστε συνένοχοι στη γενοκτονία που διαπράττει το Ισραήλ στη Γάζα. Πιστεύω ότι είστε αρκετά έξυπνοι για να αναγνωρίσετε αυτή την αλήθεια, αλλά επιλέγετε να μην σας νοιάζει…»
Κατά τη διάρκεια της πρώτης συνέντευξης Τύπου της διεθνούς κριτικής επιτροπής του 76ου φεστιβάλ κινηματογράφου “Berlinale” του Βερολίνου, στις 12 Φεβρουαρίου 2026, ο πρόεδρος και διάσημος σκηνοθέτης Βιμ Βέντερς (Wim Wenders) ρωτήθηκε σχετικά με τη γερμανική υποστήριξη προς το Ισραήλ κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Γάζα και την «επιλεκτική» αλληλεγγύη προς τους πολιορκημένους λαούς σε όλο τον κόσμο, αφού είναι δεδομένη η υποστήριξη και αλληλεγγύη προς την Ουκρανία ή για τα όσα γίνονται στο Ιράν.
Ο Βέντερς απέρριψε την ιδέα ότι η κινηματογραφική βιομηχανία ή το φεστιβάλ πρέπει να λαμβάνουν ενεργά πολιτικές θέσεις και δήλωσε ότι θεωρεί τη δημιουργία ταινιών ως μια πράξη που χτίζει γέφυρες και δημιουργεί ενσυναίσθηση. Ωστόσο συνεχίζοντας ανέφερε: «Πρέπει να μείνουμε έξω από την πολιτική, γιατί αν κάνουμε ταινίες που είναι αποκλειστικά πολιτικές, μπαίνουμε στο πεδίο της πολιτικής…», είπε, «αλλά εμείς είμαστε το αντίβαρο της πολιτικής, είμαστε το αντίθετο της πολιτικής. Πρέπει να κάνουμε τη δουλειά των ανθρώπων, όχι τη δουλειά των πολιτικών…».
Είναι λοιπόν λάθος να έχουν χαρακτήρα πολιτικό οι κινηματογραφικές ταινίες; Το ζήτημα είναι, νομίζω, γενικότερο και αφορά σε όλο το φάσμα της τέχνης, με όλες τις μορφές της. Τίθεται εκ νέου, με αφορμή τις παραπάνω δηλώσεις, που ξεσήκωσαν θύελλα αντιδράσεων, υπό συζήτηση το δόγμα «η τέχνη για την τέχνη».
Διαβάσαμε όμως πως «Η ταινία που άνοιξε χθες το βράδυ την 76η Μπερλινάλε ήταν το «No Good Men» της Ιρανής Σαρμπανού Σαντάτ, η οποία μας στέλνει στην Καμπούλ, ακριβώς κατά την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων, που οδήγησε στην επάνοδο των Ταλιμπάν και έφερε ξανά τις γυναίκες του Αφγανιστάν σε δεινή θέση. Στο «DAO», ο Γαλλοαφρικανός Αλέν Γκομίς αναζητά ελπίδες και τραύματα ανάμεσα στις δύο πατρίδες του, ενώ στο «Yellow Letters» του Τούρκου Ιλκέρ Τσατάκ, ένα ζευγάρι καλλιτεχνών μπαίνει στο στόχαστρο των κυβερνητικών δυνάμεων εξαιτίας των ιδεών του» (ΤΟ ΒΗΜΑ, Αιμίλος Χαρμπής, 13-2-2026). Οι συγκεκριμένες ταινίες, αναρωτιόμαστε, δεν έχουν περιεχόμενο πολιτικό;
Η διακεκριμένη Ινδή συγγραφέας, ακτιβίστρια και σεναριογράφος Αρουντάτι Ρόι (Arundhati Roy) αποχώρησε από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου καταγγέλλοντας τη στάση του φεστιβάλ απέναντι στον πόλεμο στη Γάζα και τις δηλώσεις αυτές ως «αδιανόητες» και «σοκαριστικές», εκφράζοντας την αγανάκτησή της για το γεγονός ότι καλλιτέχνες καλούνται να παραμείνουν ουδέτεροι μπροστά σε μια ανθρωπιστική κρίση. Πάνω από 80 κινηματογραφιστές κατήγγειλαν τη «σιωπή» του φεστιβάλ για τη Γάζα.
H Berlinale απάντησε για την «απολιτίκ» στάση της με μια μακροσκελή ανακοίνωση, που όμως μάλλον συσκότισε το ζήτημα, παρά δόθηκε σαφής απάντηση για τη θέση του θεσμού στο θέμα που έθεσε ο πρόεδρος. Μεταξύ άλλων αναφέρονται:
«Η Berlinale έχει ελευθερία λόγου. Αλλά ολοένα και περισσότερο, οι σκηνοθέτες αναμένεται να απαντούν σε οποιαδήποτε ερώτηση τους τίθεται. Δέχονται κριτική αν δεν απαντήσουν. Δέχονται κριτική αν απαντήσουν και δεν μας αρέσει αυτό που λένε. Δέχονται κριτική αν δεν μπορούν να συμπυκνώσουν σύνθετες σκέψεις σε ένα σύντομο ηχητικό απόσπασμα… Υπάρχουν 278 ταινίες στο φετινό πρόγραμμα. Φέρουν πολλές οπτικές. Υπάρχουν ταινίες για τη γενοκτονία, για τη σεξουαλική βία στον πόλεμο, για τη διαφθορά, για την πατριαρχική βία, για την αποικιοκρατία ή την καταχρηστική κρατική εξουσία. Υπάρχουν εδώ σκηνοθέτες που έχουν αντιμετωπίσει βία και γενοκτονία στη ζωή τους, που μπορεί να αντιμετωπίσουν φυλάκιση, εξορία και ακόμη και θάνατο για το έργο που έχουν δημιουργήσει ή για τις θέσεις που έχουν πάρει… Ορισμένες ταινίες εκφράζουν μια πολιτική με μικρό “π”: εξετάζουν την εξουσία στην καθημερινή ζωή, ποιος και τι είναι ορατό ή αόρατο, συμπεριλαμβανόμενο ή αποκλεισμένο. Άλλες εμπλέκονται με την Πολιτική με κεφαλαίο “Π”: κυβερνήσεις, κρατική πολιτική, θεσμούς εξουσίας και δικαιοσύνης. Αυτή είναι μια επιλογή. Η ομιλία προς την εξουσία συμβαίνει με ορατούς τρόπους και, κάποιες φορές, με πιο ήσυχους προσωπικούς… Οι καλλιτέχνες είναι ελεύθεροι να ασκούν το δικαίωμά τους στην ελευθερία του λόγου με όποιον τρόπο επιλέγουν. Οι καλλιτέχνες δεν θα πρέπει να αναμένεται να σχολιάζουν όλες τις ευρύτερες συζητήσεις σχετικά με προηγούμενες ή τρέχουσες πρακτικές ενός φεστιβάλ πάνω στις οποίες δεν έχουν κανέναν έλεγχο. Ούτε θα πρέπει να αναμένεται να μιλούν για κάθε πολιτικό ζήτημα που τους τίθεται, εκτός αν το επιθυμούν…»
Ας εξετάσουμε, λοιπόν, κατά πρώτον αν οι ταινίες του ίδιου του Βιμ Βέντερς, τις οποίες θαυμάσαμε και αγαπήσαμε, έχουν πολιτικά στοιχεία. Και ναι μεν οι ταινίες του Βιμ Βέντερς περιέχουν πολιτικά στοιχεία, αλλά συχνά εκφράζονται μέσω μιας πιο υπαρξιακής, πολιτισμικής και έμμεσης οπτικής, παρά μέσω άμεσης πολιτικής δράσης. Οι ταινίες του συχνά παρουσιάζουν τη μοναξιά στις σύγχρονες πόλεις, μια έμμεση κριτική στον καπιταλισμό και τον καταναλωτισμό. Η έμφαση στη μοναξιά και την ανάγκη για επικοινωνία αποτελεί μια μορφή πολιτικής τοποθέτησης απέναντι στην αποξένωση.
Βαθύτατα πολιτικές ήσαν οι ταινίες του κορυφαίου θεωρητικού και σκηνοθέτη του κινηματογράφου Σεργκέι Αϊζενστάιν «Η απεργία» (1924), «Θωρηκτό Ποτέμκιν» (1925), «Οκτώβρης» (1927) κ.α., που εκτιμήθηκαν και πέρα από τη Σοβιετική Ένωση ως αριστουργήματα.
Ο Δανός σκηνοθέτης Καρλ Ντράγιερ, παρά το πνευματικό, υπαρξιακό και μεταφυσικό του ύφος στις ταινίες του, εστίαζε συχνά στην καταπίεση του ατόμου από θεσμούς (εκκλησία, κράτος, οικογένεια), τη θέση της γυναίκας και την καταδίκη της μισαλλοδοξίας. Διάσημος για τις εξαιρετικές ταινίες «Το Πάθος της Ζαν ντ’ Αρκ» (1928), όπου σχολιάζει μια διεφθαρμένη ιεραρχία (εκκλησιαστική και πολιτική), η οποία χρησιμοποιεί τη θρησκεία για να καταστρέψει μια ισχυρή γυναίκα που αμφισβητεί την κατεστημένη τάξη, «Μέρες Οργής» (1943), μια αλληγορία με κυνήγι μαγισσών από ένα καταπιεστικό, θεοκρατικό σύστημα, παραπέμποντας άμεσα στις ναζιστικές πρακτικές.
Ας θυμηθούμε τις εξαιρετικές ταινίες του ιταλικού κινηματογράφου, για παράδειγμα «Χάος» (1984) των αδελφών Ταβιάνι, που, παρά το γεγονός ότι βασίζεται σε ιστορίες του Λουίτζι Πιραντέλο και διαδραματίζεται σε μια μυθική, σχεδόν διαχρονική Σικελία, είναι βαθιά πολιτική ταινία καταγγέλοντας την κατάχρηση εξουσίας, τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό, την αδικία και τη σκληρότητα της ζωής.
Ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, εξάλλου, ο οποίος υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς του ιταλικού κινηματογράφου με δηλωμένες μαρξιστικές ιδέες, χρησιμοποίησε τον κινηματογράφο για να εξερευνήσει την πολιτική ιστορία, τις ιδεολογικές συγκρούσεις και τις ψυχολογικές επιπτώσεις του φασισμού, όπως στις ταινίες του «Ο Κονφορμίστας» (1970), «1900» (1976).
Τι να πούμε για τον προοδευτικό τούρκικο κινηματογράφο και τις εξαιρετικές ταινίες με κοινωνικά-πολιτικά στοιχεία του Γιλμάζ Γκιουνέι, κουρδικής καταγωγής, που έχει καθιερωθεί ως σύμβολο κοινωνικών αγώνων!
Από τον ελληνικό κινηματογράφο αρκεί και μόνο τις ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου να μνημονεύσουμε, και βεβαίως όχι μόνο!
Να αναφερθούμε στον αμερικάνικο κινηματογράφο; Πρέπει να θυμηθούμε τις πολιτικές ταινίες «Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου» (1976), του Άλαν Τζέι Πάκουλα, για το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ, το «JFK» (1991), του Όλιβερ Στόουν, για τη δολοφονία του Τζον Κένεντι, παλιότερα το «Platoon» (1986), πάλι του Όλιβερ Στόουν, για τη φρίκη του πολέμου στο Βιετνάμ και πολλές άλλες για το ίδιο ζήτημα, για τις επιπτώσεις στη ζωή των Αμερικανών πολιτών που επέστρεψαν από την κόλαση του Βιετνάμ (π.χ. «Ο ελαφοκυνηγός» 1978, του Μάικλ Τσιμίνο). Και αυτά είναι μερικά μόνο παραδείγματα.
Πρόσφατες ταινίες: «Είμαι ακόμα εδώ» (2024), του Βραζιλιάνου Ουόλτερ Σάλες, για τα εγκλήματα του μακροχρόνιου (1964-1985) καταπιεστικού δικτατορικού καθεστώτος στη Βραζιλία! Η ταινία «Το αγαπημένο μου γλυκό» (2024), των Ιρανών Behtash Sanaeeha και Maryam Moghaddam, που καταγγέλουν την απαράδεκτη και απάνθρωπη κατάσταση στη χώρα τους, συμμετείχε με τεράστια επιτυχία στο Φεστιβάλ Βερολίνου 2024, όπου και βραβεύτηκε. Τι θα είχε να πει για τη συμμετοχή και τη βράβευση αυτή ο φετινός πρόεδρος Βιμ Βέντερς;…
Ωστόσο πρέπει ακόμα να αναρωτηθούμε κατά πόσο διαφέρουν ως προς το περιεχόμενο τα έργα της κινηματογραφικής τέχνης από τα θεατρικά έργα ή από τα λογοτεχνικά έργα της πεζογραφίας και του ποιητικού λόγου. Αποδεχόμαστε τα πολιτικά μηνύματα μέσω άλλων έργων τέχνης και μπορούμε να αρνηθούμε την έκφραση ανάλογων μηνυμάτων μέσω του κινηματογράφου; Πώς μπορούμε να διαχωρίσουμε και με ποια κριτήρια τα δημιουργήματα της τέχνης γενικότερα;
Τα θεατρικά έργα του Ουίλιαμ Σαίξπηρ είναι εξαιρετικά πλούσια σε πολιτικά στοιχεία και συχνά θεωρούνται βαθυστόχαστες αναλύσεις της εξουσίας, της διακυβέρνησης και της ανθρώπινης φύσης σε σχέση με την πολιτική.
Το θέατρο από την αρχαία εποχή είναι ιδιαίτερα πολιτικό. Οι «Πέρσες» του Αισχύλου (472 π.Χ.) θεωρούνται ίσως η πιο πολιτική τραγωδία που σώζεται, καθώς είναι η μόνη που βασίζεται σε σύγχρονα του δημιουργού ιστορικά γεγονότα, τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, στην οποία συμμετείχε ο ίδιος ο Αισχύλος και όχι σε μυθολογικούς κύκλους. Η αρχαία ελληνική τραγωδία είναι βαθύτατα πολιτικό φαινόμενο στο σύνολό της, αφού, παρόλο που οι υποθέσεις διαδραματίζονταν σε μυθικούς χρόνους, αντικατόπτριζαν την σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα, κυρίως της Αθηναϊκής δημοκρατίας του 5ου αι. π.Χ., λειτουργούσε ως μέσο διαπαιδαγώγησης των πολιτών, θέτοντας ερωτήματα σχετικά με τη δικαιοσύνη, την εξουσία, την υπακοή στους νόμους και την ευθύνη του ατόμου απέναντι στο σύνολο. Και ποιος δεν γνωρίζει πόσο πολιτικό έργο είναι η θαυμάσια τραγωδία «Αντιγόνη» του Σοφοκλή για την υποχρέωση αντίστασης του πολίτη, και μάλιστα γυναίκας σε ένα ανδροκρατούμενο σύστημα, απέναντι σε μια εξουσία που υπερβαίνει τα όριά της, αλλά και η τραγωδία «Οιδίπους Τύραννος», του Σοφοκλή και πάλι, που εξερευνά τη φύση της εξουσίας και την έννοια της δημοκρατικής ευθύνης του κυβερνώντος απέναντι στον πολίτη!
Η αρχαία τραγωδία είναι θέατρο, αλλά είναι και ποίηση, λογοτεχνία, αλλά και τραγούδι, τα χορικά άδονταν. Πώς να μην αναγνωρίζουμε λοιπόν στην τέχνη του λόγου το δικαίωμα να μιλά για πολιτικά ζητήματα; Η ποίηση πρέπει να είναι αφιερωμένη μόνο στην ομορφιά του κόσμου, της φύσης, στα ανθρώπινα συναισθήματα; Και, αν τα συναισθήματα είναι συνέπεια κοινωνικών και πολιτικών καταστάσεων, θα πρέπει να εξοβελίσουμε την αναφορά στα αίτια από την ποίηση ή τη λογοτεχνία γενικότερα και από το τραγούδι; Αν σκεφτόμαστε έτσι, κάτι δεν πάει καλά, κάτι δεν στέκει, δεν είναι λογικό!
Πιστεύω πως κανείς δεν θα απέρριπτε την ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη, του Γιάννη Ρίτσου, του Κώστα Βάρναλη, επειδή εμπεριέχει κοινωνικά και πολιτικά μηνύματα! Μήπως δεν είναι βαθιά πολιτική η ποίηση του νομπελίστα ποιητή μας Γιώργου Σεφέρη; Όχι βεβαίως με την έννοια της κομματικής ή στρατευμένης τέχνης, αλλά με την έννοια ότι βιώνει, στοχάζεται και αποτυπώνει το ιστορικό γίγνεσθαι, την τύχη του Ελληνισμού, τη συλλογική μνήμη και το τραύμα, μετατρέποντας το προσωπικό αίσθημα σε συλλογικό.
Ανάλογα πλήθος παραδείγματα έχουμε από τον χώρο του τραγουδιού, ελληνικού και ξένου, διεθνώς.
«…Καινούργια “λαϊκά τραγούδια”, “Η Μασσαλιώτιδα”, η “Διεθνής”, τραγούδια των παρτιζάνων στον αγώνα τους για λευτεριά, γεννήθηκαν από τα επαναστατικά κινήματα. Τραγούδια συνθεμένα με πολύ υψηλό βαθμό δεξιοτεχνίας όπως είναι τα τραγούδια του Μπέρτολντ Μπρεχτ και του Χανς Άισλερ, έγιναν τα νέα “λαϊκά τραγούδια” της επαναστατικής εργατικής τάξης» γράφει ο Έρνστ Φίσερ στο περίφημο δοκίμιό του «Η αναγκαιότητα της τέχνης», εκδ. Θεμέλιο, 1976, μετάφραση Φούλα Χατζιδάκη (σ. 79) Και σε άλλο σημείο: «Εκείνο που όλο και οξύνει τα προβλήματα της αποκοινωνικοποίησης και του αποανθρωπισμού της τέχνης είναι το γεγονός πως η τελειοποίηση της τεχνικής της μηχανικής αναπαραγωγής, που άρχισε με τις φωτογραφίες και τις φωνογραφικές πλάκες» (και που να γνώριζε τη σημερινή εξέλιξη της τεχνολογίας, με την παρέμβαση και της τεχνητής πλέον νοημοσύνης!...) «έχει δημιουργήσει μια κολοσσιαία βιομηχανία ψυχαγώγησης που εξυπηρετεί πλατιές μάζες καταναλωτών. Είναι πολύ γνωστά ο βάρβαρος χαρακτήρας, το αντι-ανθρωπιστικό περιεχόμενο και ο ωμός αισθησιασμός που βρίσκεται σε πολλά καλλιτεχνικά τάχα κατασκευάσματα μαζικής κατανάλωσης στον καπιταλισμό… Μια τέχνη που αλαζονικά αγνοεί τις ανάγκες των μαζών και περηφανεύεται πως την καταλαβαίνουν μόνο λίγοι εκλεκτοί ανοίγει τους φράχτες στο ρέμα ανοησιών που παράγει η βιομηχανία ψυχαγώγησης. Στον βαθμό που οι καλλιτέχνες και οι συγγραφείς όλο και πιο πολύ αποσύρονται από την κοινωνία, φορτώνουν όλο και πιο βάρβαρο παλιοεμπόρευμα στο κοινό» (ό.π. σ. 121-122).
«Η τέχνη για την τέχνη» λοιπόν; Χωρίς κοινωνική και πολιτική ευαισθησία; Αν σκεφθούμε ανάλογα με το αποδιδόμενο στον Άλμπερτ Αϊνστάιν «Η επιστήμη στερουμένη ηθικής είναι επικίνδυνη, τυφλή ή χωλή», η άποψη που εκφράζει το παλιό αυτό δόγμα για την τέχνη, μπορεί να αποβεί επικίνδυνη, επειδή αφήνει περιθώρια για ανοχή σε κάθε είδους αυθαιρεσία εις βάρος του κοινωνικού συνόλου, για πολιτικά ολισθήματα και εγκλήματα. Ο καλλιτέχνης δεν είναι μονάδα που ζει εκτός κοινωνίας και έχει ευθύνη απέναντι σε αυτή. Η φαινομενική σιωπή του Γιώργου Σεφέρη, με τη μη δημοσίευση έργων του κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, ήταν έντιμη πολιτική στάση και, όταν θεώρησε κατάλληλη τη χρονική στιγμή, έλυσε τη σιωπή του κάνοντας την περίφημη δήλωσή του προς το B.B.C. ενάντια στο απαράδεκτο καθεστώς της χώρας, διαρκούσης ακόμα της δικτατορίας. Έτσι λοιπόν οφείλουν να πράττουν και οι σκηνοθέτες, να μιλούν ανοικτά για τα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα που ταλανίζουν τον κόσμο μας και όχι να σιωπούν σκηνοθετώντας μόνο ανώδυνα κινηματογραφικά έργα.
Με αυτό το τελευταίο σε καμία περίπτωση δεν εννοούμε ότι δεν είναι τέχνη μια ταινία, ένα θεατρικό, ένα λογοτεχνικό έργο, ένα εικαστικό ακόμα, όταν είναι αφιερωμένο σε μη πολιτικό θέμα. Η τέχνη είναι και πρέπει να είναι αφιερωμένη στο ωραίο, στην ομορφιά του κόσμου, όπως αντίστοιχα και σε ό,τι αντιστρατεύεται την ομορφιά και γι’ αυτό ακριβώς έχει την ηθική υποχρέωση να καταγγέλλει εκείνους που διαφθείρουν την ομορφιά με τις πράξεις τους, τις αποφάσεις και τις ενέργειές τους, φανερές ή κρυφές και ύπουλες!
Βεβαίως και θαυμάζουμε καλλιτεχνικά έργα ποιοτικά που παρουσιάζουν τα θαύματα της φύσης, τον έρωτα, το μεγάλο αυτό θαύμα και δώρο της φύσης για τον άνθρωπο, τα θαύματα της ψυχής του ανθρώπου, όταν ελεύθερος εκφράζεται και απολαμβάνει όσα καλά τού προσφέρει η ζωή. Αλλά, όταν μας πνίγει η κοινωνική αδικία και μας καταπιέζει η κάθε είδους εξουσία, θέλουμε τα έργα της τέχνης να μιλούν για χάρη μας, να γίνονται και η φωνή όσων δεν μπορούν να υψώνουν τη δική τους φωνή και να διαμαρτύρονται όπως ο ποιητής:
«…Αντισταθείτε
σ’ αυτόν που χαιρετάει απ’ την εξέδρα ώρες
ατέλειωτες τις παρελάσεις
…………………..
ως και σε μένα, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ
αντισταθείτε.
Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την
Ελευθερία.»
(«Η διαθήκη μου», Μιχάλης Κατσαρός)
