To κείμενο γράφει η Βαλεντίνη Δαφνούλη
Υπάρχουν παραστάσεις που σε προβληματίζουν, άλλες που σε καθηλώνουν, κάποιες που σε συγκινούν, και ύστερα υπάρχουν και αυτές που σε κάνουν να αναρωτιέσαι “τι είδα τελικά;”
Η "Ορέστεια του Στρίντμπεργκ" της Λένας Κιτσοπούλου ανήκει στην τελευταία κατηγορία. Το έργο αποτελεί μια σύνθεση τριών έργων του Αυγούστου Στρίντμπεργκ που συναντά την αισχυλική Ορέστεια, με στόχο την αποδόμηση των στερεοτύπων γύρω από τον γάμο και τη συνύπαρξη (μάλλον;), καταλήγοντας μέσω αυτού στην ανάλυση των αδυναμιών των ανθρώπων (επίσης μάλλον).
Η σκηνοθετική προσέγγιση της Κιτσοπούλου μοιάζει να έχει ως βασικό άξονα το χάος. Και αυτό δεν είναι κακό – η αποδόμηση, ο σουρεαλισμός, το γκροτέσκ είναι πανίσχυρα εργαλεία όταν χρησιμοποιούνται στοχευμένα. Εν τέλει, όμως, παραμένει κάπως ασαφές το πού αποσκοπούσε αυτό το χάος, εκτός από το να σοκάρει ή να δοκιμάσει τα όρια των θεατών ή των συντελεστών της παράστασης.
Εν ολίγοις, η συγκεκριμένη προσέγγιση είναι ένα είδος που εξυπηρετεί ένα συγκεκριμένο κοινό. Για το κοινό που ικανοποιείται με τις άναρχες αντανακλάσεις της κοινωνίας, μέσω ενός ύφους αποδόμησης, σάτιρας και οξυδέρκειας, η παράσταση πρέπει να έχει ενδιαφέρον και να είναι ιδιαίτερα διασκεδαστική. Από την άλλη, το κοινό που περιμένει κάτι πιο διεισδυτικό, αναλυτικό ή νοηματικά ουσιαστικό, νομίζω πως θα απογοητευτεί. Και αυτό γιατί η παράσταση φαίνεται να διατηρεί αυτόν τον ρόλο-καθρέφτη - δείχνει τα λάθη και τα πάθη χαρακτήρων, κοινωνικών συνθηκών και λοιπά - αλλά κάποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει πως η τέχνη καταφέρνει πιο άμεσα να δημιουργήσει αντίκτυπο στην κοινωνία όταν της απαντά, παρά όταν απλά την καθρεφτίζει.
Οι Χρήστος Μαλάκης, Χρήστος Σαπουντζής και Μαρία Μοσχούρη έκαναν το καλύτερο που μπορούσαν σε ένα πλαίσιο αρκετά συγκεκριμένο, στο οποίο ωστόσο ανέδειξαν τις ήδη γνωστές υποκριτικές ικανότητές τους. Η Ευδοκία Ρουμελιώτη, ως η πρωταγωνίστρια του έργου, ξεδιπλώθηκε επίσης στην σκηνή, σε έναν ρόλο μεγάλο και απαιτητικό.
Η δυομισάωρη διάρκεια της παράστασης ήταν καταπέλτης - ωστόσο οι μουσικές επεμβάσεις από το ECATI ήταν ανακουφιστικές.
