Γράφει η ΕΜΜΑΝΟΥΕΛΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ. Ζωγραφική και μόνο ζωγραφική. Ο Diego Velázquez δεν ενδιαφερόταν να απεικονίσει τον κόσμο, όλα όσα μας περιβάλλουν απτά ή νοερά, ήθελε μονάχα να τα προσαρτήσει στη ζωγραφική επιφάνεια.
Σκοπός του, θα μπορούσαμε να αναλογιστούμε, ήταν να αγγίζει την πραγματικότητα με τα ακροδάχτυλά του και με λεπτές, γεμάτες μαεστρία κινήσεις να την παρασύρει στον λευκό καμβά.
Δεν υπάκουε, παρά μόνο στους καλλιτεχνικούς, εσωτερικούς και κυρίως προσωπικούς του κανόνες δημιουργώντας το «ωραίο» σε μικρές λεπτομέρειες, όπως στην προσεγμένη δημιουργία μίας κορδέλας σε ένα φόρεμα ή ακόμα και μία διττότητας της πραγματικότητας, δηλαδή την παρουσία δύο κόσμων˙ ενός βασισμένου στη συνήθη μορφή που έχουμε αφομοιώσει και ενός ονειρικού, μυθικού. Δύο κόσμοι που ενώνονται προσεκτικά είτε με εναλλαγή στις σκιάσεις και το φως είτε με την ξεκάθαρη τοποθέτηση μυθολογικού περιεχομένου.
Παράδειγμα αποτελεί « Ο μύθος της Αράχνης» (La fábula de Aracne) ή « Οι υφάντριες» ( Las hilanderas). Για το συγκεκριμένο έργο δεν έχει αποσαφηνιστεί ποιός, γιατί και με ποιό ζητούμενο θέμα το είχε παραγγείλει. Βρέθηκε καταγεγραμμένο στα υπάρχοντα ενός φίλου του καλλιτέχνη και βασιλικό κυνηγό, ντον Πέντρο ντε Άρθε. Ένα έργο μνημειακών διαστάσεων το οποίο οι ερευνητές χωρίζουν σε δύο επίπεδα.
Στο παρόν άρθρο επιδιώκεται η ανάλυση και η δημιουργία μίας προσωπικής οπτικής που άλλοτε συνάδει με διάφορες έρευνες και άλλοτε διαφοροποιείται. Δεν θα ήθελα να πιστέψω ότι στην τέχνη μπορούμε να ορίσουμε σωστή ή μη ανάλυση. Εξάλλου, αν οι καλλιτέχνες είχαν στο μυαλό τους ακριβώς το ξεκάθαρο νόημα και την ερμηνεία του έργου τους, ενδεχομένως να μην είχαν φτάσει ποτέ στο τελικό στάδιο για το οποίο ο μελετητής ή μη ειδικός σχηματίζει άποψη.
Το πρώτο επίπεδο, το οποίο καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του πίνακα και, όχι τυχαία, το πρώτο κομμάτι που θα συναντήσουν τα μάτια του παρατηρητή αποτελείται από πέντε γυναικείες φιγούρες. Ενδεχομένως ο Velázquez εμπνευσμένος από κάποια επίσκεψη του στο βασιλικό ταπητουργείο της Μαδρίτης μετέφερε στον καμβά μία βιοτεχνία σε ώρα λειτουργίας. Είναι χαρακτηριστική η χρωματική λιτότητα, η έλλειψη φωτός και η έμφαση που δίνεται στην κίνηση των εργαζόμενων. Υπάρχει μεγάλη αντίθεση με έργα του καλλιτέχνη όπως « Οι δεσποινίδες επί των τιμών» (Las meninas) στα οποία παρουσίαζει την ζωή βασιλικών, αριστοκρατικών προσώπων ή σχετικών με αυτούς. Το τυχαίο, συμπτωματικό είναι ένα ακόμα χαρακτηριστικό του πρώτου επιπέδου, δίνοντας την ψευδαίσθηση μίας αυθόρμητη φωτογραφίας εν ώρα εργασίας.
Το παρατεταμένο χέρι της κοπέλας δεξιά όπως και η σκάλα της οποίας την αιτιολογία δεν έχουν συμπεράνει έως σήμερα, δίνουν την αίσθηση βάθους και μας μεταφέρουν στο δεύτερο επίπεδο. Εκεί, σε ένα ολόφωτο δωμάτιο, μικρό και με την ενσωματώση πολλών λεπτομερειών παρακολουθούμε τρεις εν κινήσει γυναίκες στα πλάγια και δύο φιγούρες στο κέντρο, οι οποίες δεν είναι ξεκάθαρο αν βρίσκονται στη ζωή, παρευρισκόμενες με φυσική οντότητα ή αποτελούν κομμάτι του τάπητα που έχει υφανθεί.
Η εικόνα αυτών των δύο γυναικών στο βάθος του έργου είναι χαρακτηριστική εικόνα του μύθου της Αράχνης, η οποία τόλμησε να αναμετρηθεί με την θεά Αθήνα στη τέχνη της υφαντικής και στη συνέχεια να απεικονίσει στα δημιουργήματά της τις ατασθαλίες των θεών, οι οποίοι εξαπατούσαν και αποπλανούσαν τα θύματά τους. Αν και η θεά θαύμασε το ταλέντο της νεαρής κοπέλας, την μεταμόρφωσε σε αράχνη ώστε πάντα κάποιος να καταστρέφει την τέχνη της. Στο έργο που μελετούμε, λοιπόν, αντιλαμβανόμαστε ότι πρόκειται για την θεά Αθηνά λόγω του κράνους και της πανοπλίας και, πιθανόν, της Αράχνης λίγες στιγμές πριν την τιμωρία της.
Ο καλλιτέχνης μας μεταφέρει, αρχικά, από το πρώτο επίπεδο της παραγωγής προϊόντων στο δεύτερο όπου πλέον υπάρχει η έκθεσή τους συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουμε λόγω της ύπαρξης του τάπητα στο πίσω μέρος. Σημαντικότερα, όμως, εντασσόμαστε σε ένα επίπεδο ονείρου, μύθου και φωτεινής μαγείας. Η κοπέλα, μάλιστα, στη δεξιά πλευρά του ονειρικού επιπέδου δείχνει να κοιτάει όλους εμάς, τους παρατηρητές κατάματα μεταφέροντας άμεσα την προσοχή μας στο επιμύθιο και, άρα, την επιβεβαίωση και υπενθύμιση της θνητής φύσης μας. Με το βλέμμα της δίνεται η αίσθηση της μεταφοράς της εμπειρίας της κατευθείαν στο πρόσωπο που παρατηρεί το έργο. Η παρουσία της δεν είναι έντονη ή κραυγαλέα, θα λέγαμε ότι δεν την παρατηρούμε εξ αρχής. Ίσως ο λόγος είναι ακριβώς αυτός, ότι χρησιμοποιείται σαν μεσολαβητής του επιμυθίου.
Προβληματισμοί όταν ξεκίνησα την ανάπτυξη της άποψης μου σχετικά με το παρόν έργο αποτέλεσε, φυσικά, η μυστηριώδης παρουσία της σκάλας η οποία ερμηνεύτηκε αυθόρμητα ως ένα κυριολεκτικό αντικείμενο μετάβασης από την σκοτεινή πραγματικότητα στο ονειρικό και θειικό περιβάλλον.
Η φιγούρα που, όμως, η οποία μου έλκει το ενδιαφέρον είναι αυτή της κεντρικής κοπέλας στο πρώτο επίπεδο. Η σκέψη μου, αυθόρμητα ξανά, είναι ότι πρόκειται για την θνητή Αράχνη η οποία θυμάται και σκέφτεται την ιστορία της. Έτσι, ο ονειρικός κόσμος αποτελεί αποκύημα της φαντασίας και των σκέψεων της, ενώ η ίδια δικαίως βρίσκεται στο κέντρο του έργου, με σκοτεινό πρόσωπο, σκιασμένο και γερτό σώμα σχεδόν μελαγχολική. Ακριβώς για αυτόν τον λόγο το δεύτερο επίπεδο βρίσκεται στρυμωγμένο από πίσω και λίγο υψηλότερα από εκείνη.
Καταλήγοντας σε αυτή την σκέψη, πρόσεξα τα σκαλοπάτια που βρίσκονται ακριβώς πίσω της. Εάν αυτά αποτελούν το κυριολεκτικό μέσο μετάβασης προς τον θειικό κόσμο, τότε η ύπαρξη της σκάλας, θα τολμούσαμε να πούμε, θεωρείται είτε πλεονασμός είτε περιττό στοιχείο.
Κατά πόσο ένα έργο τόσο μεγάλων διαστάσεων και προσεγμένων λεπτομερειών να έχει ένα στοιχείο το οποίο δεν χρειάζεται ή για ποιόν λόγο, ο καλλιτέχνης, να επιδιώκει να εστιάσει τη ματιά σε ένα στοιχείο πλεονασμού;
Παρατηρώντας την παρουσία της σκάλας βλέπουμε ότι βρίσκεται πίσω από την γηραιότερη όλων γυναίκα, η οποία φαίνεται να δίνει συμβουλές σε μία νεότερη. Και αν πρόκειται για την ίδια την θεά Αθηνά; Γιατί όπου υπάρχει η Αράχνη, η οποία αποτελεί κεντρικό άξονα και σαφώς όλος ο πίνακας δημιουργείται γύρω της, κάπου υπάρχει και η σοφή θεά η οποία είναι φιλοτεχνημένη χωρίς έντονους χρωματισμούς, ανθρωπόμορφη και χωρίς την αίγλη της θεϊκής της φύσης. Έτσι, η σκάλα θα μπορούσε να είναι ένα μέσο ανόδου και εισόδου στον κόσμο των θεών χωρίς να αποτελεί όμως μέσο των πολλών ατόμων, τοποθετημένο διακριτικά από τα βλέμματα , φτιαγμένο από ανθρώπινα χέρια ακριβώς όπως και κάθε θειικό στοιχείο.
Μια πραγματικότητα δοσμένη με ποιητικότητα, απλά και χωρίς να προσπαθεί με κόπο να εστιάσει την προσοχή. Ο καλλιτέχνης υφαίνει την πραγματικότητα με το όνειρο, το τυχαίο με το σκόπιμο, την μαγεία της πραγματικότητας με τον ρεαλισμό του θεϊκού. Όλα αυτά σε μία εποχή, όπου ο ζωγράφος αντιμετωπίζονταν ως ένας ταπεινός χειρώνακτας που δεν έχαιρε ούτε το δικαίωμα συνομιλίας ή αμφισβήτησης της άρχουσας ισπανικής ελίτ. Ο Velázquez το μόνο που έκανε ήταν ζωγραφική. Ζωγραφική και μόνο ζωγραφική.
