του Νικόλα Μιτζάλη 29/4/2013 - Σωτήρης Δημητρίου, Το κουμπί και το φόρεμα, Πατάκης, Νοέμβριος 2012, σσ.174. Ο συγγραφέας τοποθετεί στον τίτλο της πρόσφατης συλλογής διηγημάτων του μια παροιμία που λέει ότι: «Βρήκα ένα κουμπί και για χάρη του έραψα ένα φόρεμα» (σ.66). Η αφορμή για την υλοποίηση ενός δημιουργήματος μπορεί να είναι κάτι τόσο ταπεινό όσο και σημαντικό για τον δημιουργό.
Ο Δημητρίου, έξοχος παρατηρητής των ανθρώπων και της κοινωνίας αναγάγει μικρά στοιχεία (τα κουμπιά) συλλεχθέντα από εμπειρίες της καθημερινότητας, σε σύντομα –αλλά άκρως περιεκτικά– διηγήματα (τα φορέματα). Τα διηγήματα αυτά, χαρακτηρίζονται από τον ίδιο ως ετερόκλητα όπως αναγράφει στο οπισθόφυλλο. Φαινομενικά όμως είναι.
Η κοινή ενοποιητική τους γραμμή βρίσκεται στις δυσκολίες του βίου μεταναστών και ντόπιων που άλλες φορές αγγίζουν την τραγικότητα(σσ.103,109), άλλες την αστειότητα(σσ.77,163) και άλλες συμπλέουν και με τις δύο(σσ.73). Ιστορίες αποξένωσης, καταπίεσης, εμμονών, απρόσμενων σιωπών, απραγματοποίητων ονείρων, αυτοκαταστροφικών εξεγέρσεων (συγκλονιστικό το «ξένο οστούν», σ.67 που μου θύμισε εντόνως τον Κυνόδοντα του Λάνθιμου), καταπιεσμένων επιθυμιών, αγχωτικών βιωμάτων.
Ιστορίες που εμποτίζουν τον αναγνώστη με την γκρίζα και συνάμα ποιητική γεύση μιας καθημερινότητας που μια σημαντική, αριθμητικά, μερίδα ελλήνων πολιτών την βιώνει με το λίγο που μπορεί, κάπως πιο πέρα από τα γέλια των «νικητών» της ζωής. Υποχρεωμένη να ζει και ενίοτε να αυτοεξοντώνεται με νόμους και συνθήκες που επικαθόρισαν άλλοι εις βάρος της(Η ζωγραφιά στο εξώφυλλο της Χριστίνας Κάλμπαρη με τα κορίτσια να παίζουν προσπαθώντας να περπατήσουν με δεμένα τα μακριά μαλλιά τους στα πόδια τους είναι εξαιρετικά συμβολική). Ιστορίες που φαίνεται να στοιχειώνουν τον Δημητρίου όπως και όποιον συμπονά και οι οποίες αναπτύσσονται με μια συγγραφική συντομία (το «θα σε σκοτώσω» δεν υπερβαίνει τις δύο σελίδες) που εκπλήσσει ευχάριστα όπως και το βιογραφικό του συγγραφέα -στην εσωσελίδα του εξώφυλλου- το οποίο αποτελείται από πέντε μονάχα λέξεις.
Οι ντοπιολαλιές που σε ορισμένες ιστορίες είναι εντονότατες (σ.83) εκτελούν συμβολικά χρέος αντίστασης σε αυτή την περιρρέουσα τραγικότητα, υπογραμμίζουν την ιδιαιτερότητα των «ξεχασμένων» τόπων και ανθρώπων και επιδρούν συνεκτικά στο ύφος της όλης συλλογής.
