του Νικόλα Μιτζάλη 28/3/2013 - Εντοάρντο Νέζι, 2012, Οι δικοί μου άνθρωποι. Έργα και ημέρες ενός μικροβιομηχάνου της επαρχίας, μετ. Α.Χρυσοστομίδης, Εκδόσεις Καστανιώτη, σσ.141.
Ο αυθεντικός τίτλος της ιταλικής έκδοσης (Bombiani) -που κέρδισε το 2011 το βραβείο Strega- είναι «Ιστορία των δικών μου ανθρώπων» ο υπότιτλος όμως «Ο θυμός και η αγάπη της ζωής μου ως επαρχιώτης βιομήχανος», όπως και εκείνος του Ανταίου Χρυσοστομίδη: Έργα και ημέρες ενός μικροβιομηχάνου της επαρχίας, συνοψίζει με εύστοχο τρόπο την υπόθεση όλου του βιβλίου που είναι μια πραγματική αυτοβιογραφική ιστορία με ενδιαφέρουσες προεκτάσεις.
Ο Εντοάρντο Νέζι, γόνος μιας επιτυχημένης παλιάς οικογένειας κλωστοϋφαντουργών στην περιοχή του Prato στη βόρειοδυτική Ιταλία, πουλά το 2004 την εριουργία που κληρονόμησε και αποφασίζει να αφοσιωθεί στην οικογένεια του και κυρίως στη συγγραφή και στη λογοτεχνία.
Στο βιβλίο περιγράφεται η πορεία του συγγραφέα (σπουδές, συνήθειες, κουλτούρα) και κυρίως σκιαγραφείται με συγκρατημένη αγανάκτηση αλλά και λεπτή ειρωνεία η νοοτροπία των δικών του ανθρώπων, δηλαδή εκείνων που συγκροτούν την ανώτερη μεσοαστική τάξη της γειτονικής χώρας αλλά και το πώς επλήγησαν από την ευρύτερη οικονομική κρίση.
Η περιοχή του Prato, λίγο πάνω από την Φλωρεντία, είναι μια περιοχή που ανήκει στην πρώτη από τις "Τρεις Ιταλίες" που ο Bagnasco διέκρινε στο περίφημο βιβλίο του (A.Bagnasco, 1977, Tre Italie: la problematica territoriale dello sviluppo italiano, Il Mulino, Bologna) και η οποία χαρακτηρίζεται από την μεγάλη βιομηχανία που καθορίζει και κατευθύνει το αναπτυξιακό ιταλικό μοντέλο. Μια βιομηχανία που ευδοκίμησε μεταπολεμικά στο εύφορο έδαφος που είχε δημιουργήσει η ευνοική κρατική φορολογία και νομοθεσία (σσ.119-120).
Η εν λόγω περιοχή με 9.000 βιομηχανίες υφαντουργίας, περίπου 50.000 εργαζόμενους και ετήσιο τζίρο 7,59 δις ευρώ (στοιχεία 2010) κυρίως από το 1970 αποτελεί ένα οικονομικό πόλο διεθνούς εμβέλειας που αν και με περιόδους κρίσεις όπως εκείνη της δεκαετίας του 1980 και διάφορες αναδιαρθρώσεις αποτέλεσε έναν κινητήριο μοχλό ανάπτυξης.
Τα πράγματα άλλαξαν από το 2001 και μετά. Η ύφεση στην ζήτηση και ιδιάιτερα στην αγορά της Γερμανίας όπου εξάγονταν το 30% της παραγωγής σε συνδυασμό με την ισοτιμία δολαρίου και την παραποίηση προιόντων στο χώρο της ένδυσης, κυρίως από την Κίνα όπως ο συγγραφέας στυλιτεύει (σσ.97, 98, 109, 117, 118) επέφεραν παρακμή όχι μόνο στις υφαντουργίες και τις επιχειρήσεις ένδυσης αλλά και στις βιομηχανίες κεραμικών, οπτικών αλλά και όπλων και σε επιχειρήσεις μικρότερης εμβέλειας όπως υποδηματοποιίες και χρυσοχόοι (σ.133). Κατά τον συγγραφέα υπαίτιοι είναι και οι πολιτικοί, οι μυωπικές πολιτικές των οποίων άφησαν εκτεθειμένες τις ιταλικές επιχειρήσεις στην δίνη των παγκοσμιοποιημένων αγορών (σσ.120, 121, 122) και της υπέρογκης φορολογίας (σσ.54, 84). Δημιουργήθηκε λοιπόν έτσι μια αλυσιδωτή αντίδραση στο εργασιακό σύστημα που οδήγησε σε απολύσεις προσωπικού.
Για τις στρατιές των ανέργων λοιπόν, σύμφωνα με τον συγγραφέα, φαινομενικά, δεν φταίνε οι εργοδότες αλλά μονάχα το κράτος που τους υποχρεώνει να πράξουν έτσι αφού τα πάγια έξοδα αυξήθηκαν και παράλληλα τα κέρδη συρρικνώθηκαν και άρα προκειμένου να γίνουνε «οικονομικά ασήμαντοι» (σ.132) ή επιχειρηματίες «no profit» (σ.85) που θα μάχονται λυσσαλέα για την εξασφάλιση μιας νερόβραστης επιβίωσης (σ.59) αποτραβιώνται ίσως σε κάποια βίλα στο λόφο (σ.71) και επιλέγουν άλλες δραστηριότητες όπως το να γίνουν οινοπαραγωγοί (σ.72), να αγοράζουν διαμερίσματα ή να ιδρύουν γκαλερί τέχνης (σ.76).
Φυσικά οι απλοί εργαζόμενοι –ένα μεγάλο μέρος των οποίων είναι ακριβώς έτσι– όπως ο Φάμπιο του βιβλίου, οικογενειάρχης με παιδιά που σπουδάζουν, ικανοποιούνται από την δικαιολογία των εργοδοτών (σ.103) καθώς δεν διαθέτουν ταξική συνείδηση, κρύβονται από τον εαυτό τους και συνήθως εξωθούνται σε ρατσιστικές παρεκτροπές (σσ.108, 109). Κάτι που μου φαίνεται γνώριμο και στην δική μας χώρα...
Ο Νέζι όμως γνωρίζει και τις ευθύνες των δικών του ανθρώπων. Τους θυμάται να πίνουν τα ηδύποτά τους γαλήνιοι και ικανοποιημένοι, ηλιοκαμμένοι και χορτασμένοι, οκνηροί από το φρέσκο χρήμα (σ.43) χωρίς ιδέες και ιδανικά αλλά ως ένα κοπάδι εγωιστών, αφεντικών ενός χρυσού παρόντος (σ.140). Μεταφέρει λοιπόν μια μεγάλη προσωπική ανησυχία αλλά και μια αμφιβολία για τον τρόπο ζωής τους, όχι όπως θα περίμενε κανείς, εξαιτίας μιας βαθύτερης ιδεολογικής αναθεώρησης αλλά γιατί «θα μπορούσαν κατά κάποιο τρόπο να δοκιμάσουν να επενδύσουν στην άνθηση των γραμμάτων και των τεχνών» δημιουργώντας μια νέα βιομηχανία και ένα νέο προιόν (σ.43). Άκριβώς ό,τι προτείνει ο Sgarbi σχεδόν εμμονικά.
Οι άνθρωποι όμως του Νέζι δεν είναι οι δικοί μας άνθρωποι. Οι δικοί μας άνθρωποι στην καλύτερη περίπτωση δουλεύουν 9ωρη εργασία με απλήρωτες υπερωρίες και ένα ρεπό για 650 ευρώ, άλλοι για 450, άλλοι για 180, άλλοι με χρωστούμενα 2,3,6 μηνιάτικα. Γνωρίζουν ποιος φταίει και ποιος συσσωρεύει υπερκέρδος, αγωνίζονται για την αξιοπρέπεια τους με τεράστιο τίμημα και κοιτάζουν «con il sangue negli occhi» την εργοδοσία να διατηρεί και να αυξάνει πολλές φορές τον τζίρο της και την ίδια στιγμή να τους κάνει μείωση μισθού λόγω της κρίσης. Οι δικοί μας άνθρωποι, όπως έγραφε η Γώγου, είναι μαύρα πουλιά και σύρματα, στο λαιμό τους, στα χέρια τους.
