Γράφει η Έφη Τρομπούκη
Η βόρεια Χίος κάηκε λίγες μέρες πριν από τον 15 Αύγουστο όπως εκείνη την Κυριακή στις 22 Ιουνίου που κατακάηκαν τα περιαστικά άλση της πόλης μέρα μεσημέρι όταν όλοι λείπαμε για μπάνιο. Τα ξέρετε. Τα ακούσατε. Τα πε και η τηλεόραση.
Σε ένα χωριό της Αμανής ένα από αυτά που δεν είναι κεφαλοχώρια έμενε μια ηλικιωμένη γυναίκα. Η κυρά Δέσποινα. Όταν η κυρά Δέσποινα κατάλαβε ότι η φωτιά ήταν κοντά πρόφτασε τελευταία στιγμή και έτρεξε όσο μπορούσε στο στενάκι που οδηγούσε στην κεντρική πλατεία. Οι φλόγες είχαν φτάσει πριν από εκείνη. Παρόλα αυτά καθότι πεισματάρα δεν δείλιασε. Πέρασε γρήγορα μέσα από την φωτιά και έφτασε στην εκκλησία του χωριού όπου συνάντησε άλλους δυο τρείς ηλικιωμένους. Οι φλόγες είχαν περικυκλώσει το χωριό και τα παιδιά της κυρά Δέσποινας μέναν στην άλλη μεριά του νησιού για να πάνε να βοηθήσουν. Αποφάσισαν να μπουν στην εκκλησία του χωριού για να σωθούν. Το χωριό είχε αδειάσει. Οι λιγοστοί κάτοικοι έλειπαν για μπάνιο στην Βολισσό καθώς τέτοιες μέρες είχαν έρθει συγγενείς και φίλοι από την Αθήνα. Όταν όλα γύρω άρχισαν να μαυρίζουν και οι καπνοί είχαν κάνει την ανάσα τους δύσκολη, ως από μηχανής θεός ένα διερχόμενο ΙΧ σταμάτησε να ψάξει να βρει ανθρώπους που μπορεί να χρειάζονται βοήθεια.
Η κυρά Δέσποινα σώθηκε με κάτι ελαφρά εγκαύματα. Το ίδιο και οι συγχωριανοί της. Ήταν θαύμα; Ήταν τυχαιότητα; Ήταν η ανθρώπινη παρέμβαση;
Η κυρά Δέσποινα δεν άκουσε το 112 γιατί δεν κυκλοφορεί παντού με το κινητό της τηλέφωνο. Πότιζε τον κήπο της και μαγείρευε τα φασολάκια της όταν ξέσπασε η φωτιά. Δεν ξέρει τί σημαίνει πράσινη «ανάπτυξη» και σπάνιες γαίες. Ξέρει ότι η προκοπή έρχεται μέσα από αγώνα και ιδρώτα. Ότι για να είσαι πλούσιος θες ένα πιάτο φαΐ, έναν κήπο και μια ντουζίνα ανθρώπους. Ότι ανάπτυξη σημαίνει μέλλον για τα παιδιά και τα εγγόνια της. Ότι δεν θα την σώσει κανένας παρά ο γείτονας και η γειτόνισσα και ας έχουν τις διαφορές τους που και που. Την περιπέτεια της δεν θα την ακούσετε ποτέ στα κανάλια. Δεν θα την πει ποτέ η τηλεόραση.
Η κυρά Δέσποινα θα συνεχίσει να μένει ανάμεσα στα καμένα σπίτια και στους μαυρισμένους λόφους γιατί σε αυτόν τον τόπο που θεωρεί παράδεισο αποφάσισε να πεθάνει. Και ξέρει ότι ο παράδεισος φτιάχνεται και γκρεμίζεται με τα δικά μας χέρια.
